Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

ΜΕΡΟΣ Ρ'
Έρχεσαι στο όνειρο, μια σκούρα σκιά.
μία σκιά που στο χάραμα του ήλιου
γίνεται θηλιά. Σχοινί παλιού καραβιού,
που το ‘χει ξεφτίσει η αρμύρα. Γεύση,
καμένου ηλιόσπορου, με ζεστή μπύρα.

Δακρύζουν τα όνειρα, χώμα και βροχή.
μία βροχή που καίει την πεδιάδα -
υποσχέσεις ναυλοχεί – τις αναμνήσεις ‘
τις κοιτάζει μ’ ένα βλέμμα σαν άχαρο.
η κατάσταση μοιάζει - δεν είν’ στο τέρμα.

«Τώρα θυμήθηκα!» - δρόμοι χιονισμένοι
κι εμείς με το ίδιο παλτό, ίδια πόλη.
άραγε ευτυχισμένοι; γιατί τρέχεις;«
θέλουν να τα προλάβουν όλα» - τίποτα.
ναι, τίποτα δεν σταματά να προλάβουν.
τόσος φόβος πως τρυπώνει στην ψυχή μου;
γιατί ξέχασα τον ευεργέτη; Γιατί;….

Πέρασε η μέρα μου, το φιλιστρίνι,
έχει θαμπώσει από βροχή κι αλμύρα.
σε πόσες μπουνάτσες ακόμη θ’ αστοχεί;
σε πόσες τρικυμίες θα τρέχω να μπω;
ειν’ τα φώτα σου κίτρινοι ξενύχτες –
θέλω να βαφτώ. Κι αν αυτό είναι λάθος,
ας το γευτώ σε κάθε άστατο καιρό
μ’ ένα κρασί κόκκινο που θα ξεβάφει.

Σε χρώμα παλιό ότι με γυρνάει πίσω-
ξέφτια όνειρα, σήμερα τα πουλάνε,
τι ν’ αφήσω; σε τούτο ‘δω το παζάρι
πλέον ο αθώος: κατηγορούμενος
και αλκοολικός μόνο ο οινοχόος.

Τώρα έμαθα λίγο να μπουσουλάω
μα ξέχασα τις νύχτες να περπατάω
αλλά αγαπάω. Ότι με μαγεύει.
Δεν είναι αμαρτία! Δεν φτιάχνω Εδέμ
ούτε σωτήρες ψάχνω για σωτηρία.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

ΜΕΡΟΣ Π'

Έχουν σκορπιστεί στη ψυχή μου
Νεραντζάνθια, κάτι δάκρυα
Και κολυμπάνε τ’ ανθάκια
Στην άπλετη, τρωτή βροχή μου.
Σε νιώθω θάλασσα αλλότρια
Κι ας είσαι κομμάτι δικό μου
Σε κάνανε ψυχή μου, ξένη
Και μέσα μου κανείς δε μένει.

Στις παρυφές ένα σπουργίτι
Μέσα σου πάντα μονοφώρι.
Ίδιες αλήθειες με ψέματα
Ίδιος ο δρόμος με το σπίτι/
Κι η ανάμνηση κατηφόρι.
μόνο το όνειρο σε τρέφει
μια ελπίδα έχεις να γελάς
και μία σιωπή για να μιλάς.

Άκου το σύννεφο πως βροντά
Για να στάξει μια στάλα βροχή.
Και δες την βροχή πως μυρίζει
Όταν με χώμα έρθει κοντά.
ψυχή, δεν σώνεται, μοναχή
μα ούτε με το παράπονο
θέλει η λαχτάρα, να βρει σώμα
να ‘χει άρωμα – να ‘χει χρώμα.
ΜΕΡΟΣ Θ'

Δρόμος καθαρός, ούτε φύλλο
Φθινοπώρου, μελί σούρουπο
Δεν ενθυμούμαι τέτοιο δείλι
Τόσο τραγικό σαν (τον) Αισχύλο.
Από τα κιάλια, τούτα βλέπω
Την σήψη κάποιων ιδανικών
Στ’ άδικο – γυρισμό δανεικών.

Θαρρώ είναι άδικο!

Φωνή δίχως χροιά και χορδή
Φωνή σπατάλης – αφόβητη
Στου Οκτώβρη τις θηλιές – βροχές
Δίχως ομπρέλα – μ’ ένα τσαρδί.
Στο κατορθωτό αναλφάβητη
Στο ακατόρθωτο και μια ανάγκη
Μην ακους (τον) πειρασμό στο φαράγγι.

Ας το διαβούμε, γραμμή πυρός
Στυλοβάτες ως την αδέσποτη –
μαχαιριά στο κορμί που θα μπει
να στάζει λόγο, να‘ναι αιχμηρός
ευθύνη, ζωτική, ανείπωτη.
Στ’ άδικο θα ψάχνουμε αλφαδιά
Στο δίκιο θα ‘μαστε (πάντα) παιδιά .

Θαρρώ είναι δίκιο!

Κι Οκτώβρης καρτερεί Χειμώνα
Ύπνο μεθυσμένο απο ρακί
Να επουλώσει κάθε πληγή
Απ’ της ρουτίνας τον δρυμώνα.
Ρακόμελο - ζέστη (τη) φυλακή
Να κάμουμε καμιά ευχή
Παράκληση και μια προσευχή.

Σίγουρα, είναι πάλι Φθινόπωρο!