Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

ΔΕΥΤΕΡΑ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ 2009 - ΣΤΑΔΙΟΥ 24 ΑΘΗΝΑ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ CAFE BAR

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΧΗΜΑ UT DES, ΘΑ ΠΑΡΑΥΡΕΘΕΙ ΣΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΙΑΝΟΣ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΟΛΟΥΣ...

Το kithara.gr, στα πλαίσια της ‘’Μουσικής Άμιλλας’’ (πλαίσιο δράσεων για την δημιουργία δυνατοτήτων για νέους δημιουργούς), σας καλεί σε μια βραδιά που συνδυάζει την μουσική, την ποίηση και τους στίχους του διαδικτύου, με την ενσάρκωση των ονείρων, τις βραβεύσεις των πρώτων και τις εναλλακτικές μορφές κοινωφελούς προσφοράς…

Η κεντρική παρουσίαση της εκδήλωσης θα ανήκει στην Καλλιόπη Βέττα, σε σκηνοθετική επιμέλεια του Βαγγέλη Πανταζή και ερμηνευτές τους Πόπη Αστεριάδη, Βάγια Παπαποστόλου και τους "Ut Des", Μιχάλη Θωμά και Δημήτρη Καραβά.
Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.
Χορηγός επικοινωνίας, θα είναι το “Love Radio” και ο μοναδικός, βραβευμένος Έλληνας ραδιοφωνικός παραγωγός με Grammy, κος Νίκος Γκαραβέλας.

Έναρξη: 8 μ.μ.
ΜΕΡΟΣ Α
1) Καλωσόρισμα: Καλλιόπη Βέττα.
2) Γ. Μεράντζας (συμβουλές για νέους δημιουργούς)
3) Βραβεία 1ου Δ. Στίχου από Θ. Καλλίρη
4) Θα ακουστούν μελοποιημένα βραβευμένα θέματα του 1ου Διαγωνισμού Στίχου. (1o & 2o ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΩΜΑΣ, 3ο ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΒΑΣ)
5) Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών Α.Π.Θ. (Νεοελληνική Μετρική - Αφιέρωμα σε Θρ. Σταύρου)
6) Πόπη Αστεριάδη (ερμηνεία )

Διάλειμμα με μουσική υπόκρουση από τραγούδι του kithara.gr

ΜΕΡΟΣ Β
1) Ανάδειξη του ‘’Ποιήματος της χρονιάς 2008’’ με Κριτική Επιτροπή τους:
α) Τάκης Ιωαννίδης (ποιητής, Αντιπρόεδρος Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών) β) Νικόλας Κολοκοτρώνης (ποιητής, συγγραφέας)
γ) Άννα Μοσχονίδου (ποιήτρια, συγγραφέας)

2) Μουσική (ΒΑΓΙΑ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ , ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΩΜΑΣ)

3) Παρουσίαση του 1ου Ψηφιακού Βιβλίου Ποίησης και παραχώρησης του στον Μ.Κ.Ο. ‘’το Χαμόγελο του Παιδιού ’’. Συμμετοχή του ‘’Μικρού Πολυτεχνείου’’ και Νίκου Ρεπούλιου.

4) Μουσική

5) Κλείσιμο της εκδήλωσης ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ UT DES
Ευχαριστούμε όσους έχουν εργαστεί για το στήσιμο της εκδήλωσης και σας περιμένουμε όλους!

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009


Μ ά τ ι α μ ο υ


Στην σκέψη μου απόψε το μόνο επιθύμημα
Τα μάτια σου που με σκιάζουν μια ζωή.
Στα πιο απόκρυφα βράδια μας, διήγημα
Τόσο μικρό μα αληθινό, όσο υπήρξαμε μαζί.

Απόψε βρήκα λίγο θάρρος και μελωδώ
Νότες φτιάχνω τα μάτια σου
Έχοντας ένα αστρί μοιασίδι σου, οδηγό
Να φτάσω στα σκαλιά σου.

Μάτια που αγάπησα πριν μισέψουν
Χρόνια λαχταρώ κάτι να μου γνέψουν
Μάτια που γνώρισα τον κόσμο μ’ ένα βλέμμα
Ψεγάδι δεν φορούσαν, αληθινά σαν ψέμα.

Σ’ ένα όνειρο, σου σκαγιαντάρω τις αισθήσεις
Τι έχει μείνει από μένα στο βάθος μυαλό σου;
Νιώθω τον ερχομό σου, ζω για να γυρίσεις
Εγώ, το πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού σου.

Σκαρφίστηκες στ’ ακροδάχτυλα μου
«- τηλεπάθεια !»
Με μια πένα την πιο ερωτική μπαλάντα
Εσύ καρδιά μου, εσύ η μούσα μου
Κι έτσι αληθινή θα ζεις μέσα μου πάντα!

Και δυο αγγελούδια ντουέτο με μια λύρα
Στον ουρανό αυτή τη μπαλάντα σαν ηχήσουν
Και σαν δυο σταγόνες κόκκινες στάξει το φεγγάρι
Χώρια ποιες καρδιές μπορούν να ζήσουν;

Μάτια που αγάπησα πριν μισέψουν
Χρόνια λαχταρώ κάτι να μου γνέψουν
Μάτια που γνώρισα τον κόσμο μ’ ένα βλέμμα
Ψεγάδι δεν φορούσαν, αληθινά σαν ψέμα.

Η Δική μας μουσική!


Μουσική & ερμηνεία: Μιχάλης Θωμάς


Ανάσες από «ρε» και φιλιά από «φα»
Αγκαλιές του «λα», συγχορδία ρε μινόρε
Στίχοι γεμάτοι από λόγια του «θα»
Και τρεις υποσχέσεις στ’ ακόρντα το ματζόρε.

Γράφτηκε απόψε η δική μας μουσική
Κάθε ελάττωμα μας και ακόρντο
Συγχορδία ελαττωμένη κάθε μυστική
Κίνηση στων ματιών μας το φόντο.

Έγραψα κάτι στη στιγμή
Χωρίς να θέλω να μοιάσω στους μεγάλους
Λιθαράκι στην δική σας μουσική
Δεν θα βάλω σαν όλους τους άλλους.

Απ’ τον ομφαλό της αντίστασης
Ξεπετάχτηκε μια γενιά
Την διαμαρτυρία της μουσικής κατάστασης
Μέχρι πρότινος την κλείνανε στα κελιά.

Κάνουμε απόψε τις κιθάρες μας πανό
Αγνοούμε τους νόμους σας
Φυγαδεύουμε τον επερχόμενο χαμό
Και δραπετεύουμε απ’ τους όρους σας.

Κι έτσι φτιάξαμε δικό μας χώρο
Να φωλιάζουν οι στίχοι και οι μουσικές
Μπορεί να μην έχουν εμπορικό όρο
Μα είμαστε στο χρόνο συνθέσεις ανθεκτικές.






Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Θέμα Χρόνου




Όλη τη νύχτα ήμασταν παρέα
Το ζεύκι μέχρι το πρωί
και μέσα στο πότο μπήκε μια ωραία,
ωραία στιγμή απ’ τη ζωή.
Ωραία στιγμή απ’ τη ζωή…

«Πάνε πέντε χρόνια αφημένο σε μια άκρη το μαρκούτσι
Κι μποτίλια που μανιπουλάρω σ’ αυτό το τσιμπούσι
Μοιάζει μ’ αυτή μες στα ρακάδικα που μας κέρναγαν
Με μέλι και ρακί βραστό τα χρόνια πέρναγαν.»

Η μια ξέχναγε να σταματήσει να γελά
Κι ο άλλος να της λέει σκηνικά τρελά
Η άλλη έλεγε «για το κρασί» στην υγειά
Και η Κάτια πάντα με ήρεμα μυαλά.

Είναι θέμα χρόνου
Να ‘μαστε μαζί
Στο θέμα χρόνου
Μια όμορφη στιγμή
Μια όμορφη στιγμή.

Και ν’ ακούγεται βαρύγδουπο το μπουζούκι
Κι εμείς ξανά, ξανά στο ίδιο λούκι.

Είναι θέμα χρόνου
Παρέα στο ίδιο στέκι
Στο «Θέμα Χρόνου»
Ώσπου ο ουρανός να φέξει.
Μέχρι ο ουρανός να φέξει.



Είναι γραμμένο για ένα μαγαζί στο Μεσολόγγι - Θέμα Χρόνου - για μένα και την παρέα μου στα αξέχαστα φοιτητικά μας χρόνια.

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Δυο μάτια που κοιτώ
Με αφοπλίζουν .
Άρωμα βανίλιας τα μαλλιά
Στα χέρια μ’ ανεμίζουν.

Όλο το βάθος της ψυχής
Δεν το κατέχω
Δίπλα σου μαθαίνω
Δίπλα σου αντέχω.

Σαν όρκο αιώνιο
Βλαστάρι του βλαστού μου
Η μόνη ανάγκη
Που ‘χα του κορμιού μου.

Η μόνη αγάπη της ψυχής
Το πρώτο δάκρυ
Που τρύγησε τη θηλή
Και κατίσχυσε τα βάθη.

Είναι ο θυμός δειλός
Στην μελωδία της φωνής σου
Το μίσος αδέσποτο
Στην λιακάδα της ζωής σου.

Είσαι μέσα μου πληγή
Ματώνει από φόβο
Τρέφεται απ’ την χαρά
Και κλείνει στην μοναξιά.

Δεν είναι ζωή το χθες
Ζωή είναι το τώρα
Ζωή είσαι εσύ
Το φως μου εσύ
Η γέννηση μου εσύ.


Γεννήθηκα για σένα….

Ιδιόχειρο Θώρι!

Σου έστειλα λουλούδια και μια κάρτα:
«Η αγάπη μας νοσταλγία σε στιγμές
Που δεν προλάβαμε ν’ αγγίξουμε
Γιατί νομίζαμε πως ήτανε μικρές.»

Σε μελέταγα εψές μες το καφενείο
Άσκοπους κύκλους έκανε ο καπνός
στα κόκκινα μάτια απ’ το κρασί
Κι ο χρόνος στεκότανε γυμνός.

Δεν ήταν η απόφαση κοινή
Ήταν η απόσταση που διάλεξε
Χρώματα στ’ όνειρα να βάλει
Και τα δικά μου απ’ τα δικά σου άλλαξε.

Δεν είναι η αγάπη έννοια ανόμοια
Θέλει χάδια παρόμοια
Θέλει φιλιά όμοια
Και θέλει βήματα με όρια.

Του Έρωτα και της Αφής


Στο κορμί σου παίρνω μορφή
Με βαφτίζεις «δική σου»
Δεύτερη μου φύση είναι η αφή
Χαϊδευτικά με λες «ζωή σου»

Γεννήθηκα σαν φυσαλίδα
Στο θώρακα σου πάνω
στα χέρια σου σαν μικρή κηλίδα
με κρατάς, με προσέχεις, ανασάνω!

Του έρωτα και της αφής
Κορμιά και ζωές μαζί
- Σου λέω σ’ αγαπώ
- Μου λες ξανά να το πω
Σ’ αγαπώ !
- μου λες σ’ αγαπώ
- ψιθυρίζω «κι εγώ»
Λόγια του έρωτα και της αφής

Στο λαιμό μου η πιο γλυκιά γουλιά
Στα χείλη σου επάνω η στράτα μου
Και βγάζω φτερά, φτερά απ’ τα φιλιά
Πετάμε εγώ συλφίδα κι εσύ ιππότης μου

Συλλήβδην, σου ξανά λέω τι νιώθω
Αγκαλιά ως το πρωί – τα φώτα φυγαδεύσαμε
Τρέμω γλυκά, τρυφερά θαρρώ από πόθο
Στιγμές μας «του έρωτα και της αφής» αγαπήσαμε

Ο έρωτας σου
Απ’ τον έρωτα σου
Για τον έρωτα σου
«ζω»
Ένα φιλί σου με πλησιάζει
«ζω»
Και θέλω να σου πω
- είμαι δική σου
Δική σου «ζω».
Στα άδυτα του κορμιού σου πορφυρό μελάνι εγώ
Χύνομαι κι αφήνω δυο γράμματα «Ζ» «Ω»

Βιογραφικό της Κοινωνίας

«Ολόκληρη η κοινωνική ιστορία δεν είναι
τίποτε άλλο...Παρά η πάλη των τάξεων.»
Κάρλ Μαρξ




Συντροφιά μου φέρανε να έχω
Μια κούτα με βιβλία
Σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό
Να μάθω για τη φιλία…
Δεν ήμουν μόνος, ένιωθα μοναξιά
Μες την παραίσθηση τα ‘βλεπα σωστά
Ότι είχα φίλο, να κλάψω μια αγκαλιά
Μα αυτός με πότιζε ποτά.

Σ’ ένα μήνα μου έφεραν άλλους δυο
Αλκοολικούς, θα ‘ταν στα σαράντα
Μου βγάλανε παρατσούκλι, μ’ έλεγαν «γιό»
Κι είχα μια ελπίδα, μια αβάντα…
Τους άκουγα τη νυχτιά να κλαίνε
Να ουρλιάζουν μ’ αυτό που κυβερνά
Ένα κόσμο ακυβέρνητο που καίνε
Δυο ουσίες κάποιος να κερνά.

Ποιος είναι αυτός που δεν άκουσε παραμύθι
Και δεν είδε ποτέ εφιάλτες;
Να ‘ρχεται η ζωή τρομαγμένη στο παραθύρι
Σαν όνειρα κακά γεννήκαν κράχτες.

Στίλβει η αδικία στα μάτια μου τα πρησμένα
Τον οχετό του λόγου μου δεν μπορώ να κλείσω
Με όσα πέρασα και βίωσα όλοι τα ‘χουν ξεχασμένα
Μα γίνεται το δίκιο αγχόνη για να σβήσω.

Κι όταν πιο κάτω δεν θα υπάρχει παρά το τίποτα
Θα Θυμάμαι λόγια που μου έδωσαν στερνή χαρά
Αυταπάτες που με σείρανε εδώ, ανύποπτα,
Μυαλά ποτισμένα - μεθυσμένα στο παρά/
Μα γιατί παραμένετε κομπάρσοι αυτού του παιχνιδιού;
Όλοι έχουν ένα ρόλο μα πάντα εσείς τον ίδιο
Δείκτες σπασμένοι στο χρόνο πεταμένου ρολογιού
Ζάρες απ’ το φεγγάρι, άγνωστοι στον ήλιο.

Ο πυρετός μου την νύχτα κοπιάζει σ’ ανηφόρες
Κι οι μοίρες κομπάζουν με παράστημα εμπρός μου
Αγκομαχούν τα λόγια μου – στακάτες προφορές :
« τι ήρθα να μάθω και τι να πάρω πες μου.
Έφτασα καθαρός και τώρα βγάζει λέπρα το πετσί
Σ’ ένα κόσμο που πάει προς τα πίσω»
Πνίγει τα όνειρα, τον κρίνο βάφει μαβί
Θα νοιαστώ άραγε τι εδώ θ’ αφήσω;

Ποιος είναι αυτός που ήρθε δίχως πόνο;
Και δείξε μου ποιος έφυγε δίχως δάκρυ;
Μπόρεσε κανείς να συμμαχήσει με το χρόνο;
Ή να ακουμπήσει του κύκλου κάθε άκρη;

Πεσιμιστική αντίληψη στο νου ισοπεδώνει
Βαρέθηκα το «πρέπει» βαρέθηκα το «μη»
Σε βολεψάκιδες αυτή η κοινωνία στρώνει
Τόσοι πολλοί που δεν χωράει η γη.

ΑΥΡΑ




Μια απόγεια αύρα, ένας μπάτης
Χορεύει στα μαλλιά σου
Στο τίναγμα σκεπάζεται ο χάρτης
Με τα σγουρά χρυσαφιά σου.

Σαν μαλλομέταξο με άγνωστη αφή
Γέννημα, μπέη χωρικού
Με την αγέρικη μορφή
Και τα καστανά τα μάτια σου.

Αύρα της ψυχής που δροσίζεις την εφηλίδα
Της παιδικής μου Άνοιξης
Την είχα λησμονήσει σε μια ρυτίδα
Σαν μου κλέψανε την ιδέα της νιότης.

Τα χέρια μου μαχαίρια
Δεν θα σ’ αγγίξουν
Το κορμί μου χώμα
Τα βήματα σου ας το πατήσουν.

Μόνο τα ματιά σου, στην γη αυτή, να ζήσει
Το φως που μου ‘δωκες να μ’ αναστήσει
Προτού η ανάσα στο βοριά μ’ αφήσει.

Κι όλα τ’ ακούσματα τα ξέχασα
Με τη φωνή σου τη σιωπή έσπασα
Ένα δάκρυ την δίψα μου πότισε
Και την ζωή μου όρισε.









Ο Ηρώδης.



Με κυνηγάνε βήματα στα όνειρα
Ξυπνώ, με κυνηγάει η ζωή
Φακελώματα, παραστάσεις του Ιούδα
Κι εγώ να τρέχω να γλιτώσω το φιλί.

Κρύος ιδρώτας μάχεται στο μέτωπο
Δυο χέρια να με τραβάνε στο παραβάν.
Εγώ ενάντια, πιστός στην αντίδραση
Με δυο γραμμές φτάνω Ταϊβάν.

Πολυνομία, στρατιώτες υπακοής
Με παράθυρα δίχως εφαρμογή
Φαλλοκρατία υποτιθέμενης τιμής
Με το «θα» και μετά οργή.

Οι φάμπρικες γιορτάζουν με καπνό
Διαδηλώσεις, φωνή που πυροβολούν
Μα εγώ θα φωνάζω σε εξέδρα ουρανό
Και τα συνθήματα μου θα σας γελούν.

Δεν σας πληρώνω για να γεννήσω απογόνους
Ηρώδης δεν υπάρχει, υπάρχετε εσείς
Λεγεώνα θα γίνω, θα σας βγάλω στους δρόμους
Να δείτε πως είναι η παρακμή
Πως είναι να μισείς.

Κατεστημένες αντιλήψεις π’ οδηγούν στο τέλμα
Τελώνη που αποφασίζεις για το παιδί μου
Θα γίνει λύκος την αυγή, στις όχθες σου στο ρέμα
Άσε τον αέρα, βαλ’ το στα πόδια, η γη δική μου.

Η γη δική μου
Του παιδιού μου
Του παιδιού σου
Των παιδιών τους.

Μην με ρωτάς

Κρύφτηκε σαν σκιά πίσω απ’ τα πεύκα
Στα ξεγυμνωμένα φύλλα, η συνήθεια.
Λευκή γυναίκα, λυγερή σαν λεύκα
Που τους σιωπά, θάρρος και αλήθεια.

Πνιγμένη ανάσα με ψεύτικους σωτήρες.
Μια μαύρη θάλασσα την έκαμαν να μοιάζει
Με πορφυρές φυσαλίδες είναι οι κηλίδες
Την αυγή θα γεμίζει και την δύση θ’ αδειάζει.

Μην με ρωτάς που την ξοδεύω τόση σιωπή
Σ’ ένα φως που τρέμουν τα σκυλιά
Σε μια αδιάφορη στα μάτια μου γιορτή
Σ’ ένα απόσπασμα που σου ‘πα με φιλιά.

Μην με ρωτάς που την ξοδεύω τόση σιωπή
Μην με ρωτάς που την ξοδεύω τόση σιωπή
Δεν σε ρωτώ που ξοδεύεσαι εσύ
Μην με ρωτάς που ξοδεύτηκε το μαζί.

Κιτρινίσανε τα σεντόνια στην προσμονή
Ν’ ακούσω μια αλήθεια, αζαλέα της άνοιξης
Καθώς θα φυτρώνουν τ’ άνθη της στη ψυχή
Θα τα ποτίζω με το δάκρυ μιας άπιστης.












Στα Καπηλειά...


Μουσική & Ερμηνεία: Μιχάλης Θωμάς



Σε κατώγια κάποια καπηλειά
Που πίναμε λευκό κρασί.
Έγινε η ζωή μας μια σταλιά
Κρασί που ήπιαμε μαζί.

Κι όταν τα σεκλέτια γίνονταν βραχνάς
Παράγγελνες το ίδιο το τραγούδι
Μέχρι το ποτήρι να σε κάνει να ξεχνάς
Να παραπατάς μες το σκοτίδι.

Σαν δυο ξόμπλια στα ταγάρια
Στο τοίχο του καπηλειού
Και σαν ξωτάρικα κελάρια
Απόσταγμα γίναμε σταφυλιού.

Στο Βασιλάδι έλεγες πολλές φορές
Με μια βάρκα να σε πάω
Ύστερα σου ερχόταν να θες
Πάλι κρασί να βγάνω.

Τ’ απογεύματα τα βγάζαμε στη λίμνη
Τάχα για χέλι πήγαινες
Μα κρασί ψαρεύαμε το δείλη
Και στο καπηλειό το κένωνες.

Μεσολόγγι!



Στα βαλτονέρια σε μια λίμνη αρχόντισσα
Πετούν κουνούπια και γλιστράνε χέλια
Σε μια πόλη γεννημένη των Θεών η κόμισσα
Που ηρώων ζωές βαστάει στα δυο της χέρια.

Σαν ζυγώνει το λιόγερμα στο λιμάνι
Και στα νερά απλώνεται μαγεία
Ο Άρης καρφώνει τη μέρα με δρεπάνι
Κι Αφροδίτη στο φεγγάρι κάνει θητεία.

Πατρίδα της γνώσης μου
Γλυκιά πατρίδα
Να ζωγραφίσω την εμορφιά σου
Την εμορφιά σου σε μια πυξίδα.
Να βρίσκουν δρό – Να βρίσκουν δρόμο οι ξένοι
Στο άστρο του ονείρου μου να πέφτει φως.
Να μορφωθούνε τα παιδιά στον πολιτισμό σου
Γλυκιά πατρίδα το λίκνο της ζωής!

Δίπλα στο άγαλμα του Παλαμά
Παίζουν παιδάκια με ποδήλατα
Σ’ αυτή την πόλη που ξέρει ν’ αγαπά
Και κατέχει νικηφόρα ιστορήματα.

Σε κάτι πεζόδρομους με πλάκες και πετράδια
Καθαρόαιμα άλογα σε μια γιορτή κάνανε πορεία
Και κάτι ιστορίες στα πεζούλια λέγαμε τα βράδια
Αχ! Άγιε Συμεών με νταούλια ευλογημένη ιστορία.

Λευκό Μητρώο



Το φως που έρχεται στη γη
Καταγράφεται με αριθμούς
Στης Ρέας το ναό
κατάλογο το λαό .

Λευκό πανί σου χαρίζουνε
Κι ως το τέλος θα το βάψεις
Είναι οι υποσχέσεις που τάζουνε
Και πάντα θες να κάψεις.

Αλλάζω τροχιά και σκίζω χαρτιά
Συμβολισμούς και νούμερα.
Σε ορισμούς και κείμενα
Να γίνω εγώ προστάτης
Ένας ιππότης ποιητής
Και στην αγάπη φοιτητής.

Έτσι ονειρεύομαι το λευκό μητρώο
Δίχως αριθμούς, μόνο στίχους
Για αγάπη, ζωή να μιλάνε
Και στο μεθύσι τους να γελάνε.

Δεν μπορώ γραφειοκρατίες
Και δήθεν ταμίες με αιτίες
Στα χαρτιά που μας γράφετε
Κάθε πολίτη θάβετε.

Μα κι εγώ με την σειρά μου
Σας γράφω
Κι αλλάζω τροχιά.


Αλλάζω τροχιά και σκίζω χαρτιά
Συμβολισμούς και νούμερα.
Σε ορισμούς και κείμενα
Να γίνω εγώ προστάτης
Ένας ιππότης ποιητής
Και στην αγάπη φοιτητής.

Το μόνο σύμβολο που αποδέχομαι
Είναι το εικοσιένα
Κι αυτό δεν μπορεί ν’ αλλάξει
Ούτε για σένα ούτε για μένα………………..
Ψυχή μου!

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Θυμάμαι το χωριό!

Θυμάμαι την γειτονιά μου
Που μύριζε φρέσκο ψωμί
Παιδιά που παίζανε σβόλους
Στην πλατεία Κυριακή.

Θυμάμαι την γιαγιά μου
Που με τράταρε κυδώνια
Ήθελε να φτιάξει γλυκό
Να κεράσει τα αγγόνια.

Τώρα σ’ αυτή τη πόλη
Με κουράζουνε τα τρένα
Οι περαστικοί που τρέχουν
Και το νοίκι να πληρώσω ολοένα.

Πως με το παιχνίδι μεγάλωσα
Και με τη λύπη σκάλωσα;

Θυμάμαι τις γιορτές στο χωριό
Που ανάβαμε φωτιές
Και χορεύανε νέες κοπέλες
Με φιγούρες και γητειές.

Θυμάμαι την άνοιξη
Στα πλατάνια, την ποταμιά
Που τρέχαμε να βουτήξουμε
Ως του ψαρά την σκαλωσιά.

ΜΑΖΙ ΣΟΥ...
ΕΧΩ ΤΑΞΙΔΕΨΕΙ ΠΑΝΤΟΥ!
ΕΣΥ ΚΡΑΤΑΣ ΤΑ ΕΙΣΗΤΗΡΙΑ
ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙΑ.

ΡΟΜΠΟΤ


Κρέμονται γιρλάντες απ’ τον ουρανό
Ως την πιο απόμακρη την γέρι
Στολίζουν κάθε βλέμμα αληθινό
Φεγγίζουν τα σκοτάδια σαν αστέρι…

R
Κι εσύ άνθρωπε σωστέ
ψάχνεις την λεπτομέρεια
να φτιάξεις το τέλειο ρομπότ
με την δική σου ιδιοτέλεια…

κι όλοι σου λένε πως μοιάζεις με θηρίο
μα το τέλειο ρομπότ
δεν έχει πιθανότητα ούτε στο εκατομμύριο.


Κρέμονται άγγελοι σ’ του ήλιου τις ακτίνες
Κι εδώ στο ψέμα δεν μπαίνει καμιά
Στην γη αυτή που πατάς, οι ευθύνες
Χάνονται σαν αλήτικα κορμιά.

ΓΕΦΥΡΑ
Μέσα στα όνειρα σου γκρεμίζονται ρομπότ
Αυτά που δημιουργείς τη μέρα στη δουλειά σου
Κι εσύ σαν άνθρωπος σωστός θα πάρεις κι άλλα εργαλεία
Θα γίνει η ζωή σου ένας πυρήνας
Αχόρταγος θα θες να πιεις πετρέλαιο
Και για να μην σου το φάνε, θα τρως χρυσάφι…

R
Κι εσύ άνθρωπε σωστέ
ψάχνεις την λεπτομέρεια
να φτιάξεις το τέλειο ρομπότ
με την δική σου ιδιοτέλεια…

κι όλοι σου λένε πως μοιάζεις με θηρίο
μα το τέλειο ρομπότ
δεν έχει πιθανότητα ούτε στο εκατομμύριο.

Και εν’ τέλη έγινες εσύ ρομπότ
Να πανηγυρίζεις εσένα σαν μασκότ…

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

Σαν τα περιστέρια
Που γεννοβολούν ελπίδες
Μοιάζουν οι στιγμές.
Τι κι αν φυσούν τ’ αγέρια;
Τι κι αν μαραίνονται γιοφύλλια;
Στις μέρας τις ρωγμές.
Μια στιγμούλα μένει
Στο νου σου τη ζεστή βραδιά
Σαν σιγοπαίξιμο φύλλων στα κλαδιά
σαν μαΐστρος τα μαλλιά να μπλέκει
και μια θαρραλέα στιγμή μ’ ένα πουνιάλι
μου ψηφιδογραφεί αναμνήσεις στο κεφάλι.

Θα πιάσω μια στον αέρα
Και δυο στη γη
Στιγμές σε μια μέρα.
Θα πιάσω μια στο νερό
Και δυο στ’ αστέρια
Και μετά ας γίνουνε φτερό.

Ούτως ή άλλως οι στιγμές φεύγουν σαν τρελές
Αρκεί να τις επιθυμείς να μην μοιάζουνε δειλές!


Σαν τους γαλαξίες
Που σκορπίζουνε το φως
Μοιάζουνε οι στιγμές.
Τι κι αν οι νεφώσεις φέρνουν κυκλώνες;
Τι κι αν ηλεκτρίζουν οι βρεγμένοι πυλώνες;
Στου καιρού τις ρωγμές.
Μια στιγμούλα εκπορθεί
Το παρελθόν και το παρόν
Τις αναμνήσεις σαν οκά ζυγών
Κάπου να οδηγηθεί.
Και δυο οπισθοβατικές στιγμές με σέρνουν
Στο παρελθόν και το παρόν μου παίρνουν.

Θα πιάσω μια στον αέρα
Και δυο στη γη
Στιγμές σε μια μέρα
Θα πιάσω μια στο νερό
Και δυο στ’ αστέρια
Και μετά ας γίνουνε φτερό.

Άτιτλο!

Στην αντάρα του πολέμου
άλλη μια βόμβα σκάει
και καθώς πέφτει στην γη
μια στάλα αίμα θα ξεραθεί...

Το αίμα θα γίνει ανθός
θα βγάλει ρίζα
και θα γίνει ένα δέντρο
τεραστίων διαστάσεων.
Το είδες; εγώ φοβήθηκα!

Στην αντάρα του πολέμου
στο φόβο της μετριότητας
ανθεί ένα χαμόγελο
για το μαντάτο που μου έστειλαν.


Μια νέα ζωή έρχεται να υποδεχθεί την απάθεια σας, την εξουδετέρωση της μετριότητας σας, την καθημερινή πάλη για την τελειομανία σας... που μόνο μηδαμινότητα μπορεί να είναι.

Κι εγώ σε μια γωνιά με σταυρωμένα χέρια... περιμένω.
Η εκμάθηση του "περίμενε"... η υποταγή στις αποφάσεις σας.

Κι εγώ στο κενό... περιμένω.

Καταπολεμώ την δίψα μου στην λειψυδρία...
Καταπολεμώ την πείνα μου στην έλλειψη τροφής...
Καταπολεμώ κι εσένα
Καταπολεμώ κι εμένα…
Και τι;

Κι εγώ σκυφτή φερμάρω τις φράσεις σας...

Κάποιος έγραψε... ότι το δέντρο τεραστίων διαστάσεων έχει απορροφήσει το 92% της χημικής ενέργειας...
Και τι έγινε…

…Ένα δάκρυ μου έπεσε στα φύλλα του. Το δέντρο με κοίταξε με παιδικό βλέμμα και μου είπε: "Με λύτρωσες... λύτρωσες και τον ανθό που έχεις μέσα σου". Τόσο αφοπλιστικά που ανατρίχιασα.
Και μια νέα ζωή ήρθε στον κόσμο...

για να μου δώσει την ώθηση "ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΩ".