Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στίχοι κοινωνικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στίχοι κοινωνικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Βιογραφικό της Κοινωνίας

«Ολόκληρη η κοινωνική ιστορία δεν είναι
τίποτε άλλο...Παρά η πάλη των τάξεων.»
Κάρλ Μαρξ




Συντροφιά μου φέρανε να έχω
Μια κούτα με βιβλία
Σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό
Να μάθω για τη φιλία…
Δεν ήμουν μόνος, ένιωθα μοναξιά
Μες την παραίσθηση τα ‘βλεπα σωστά
Ότι είχα φίλο, να κλάψω μια αγκαλιά
Μα αυτός με πότιζε ποτά.

Σ’ ένα μήνα μου έφεραν άλλους δυο
Αλκοολικούς, θα ‘ταν στα σαράντα
Μου βγάλανε παρατσούκλι, μ’ έλεγαν «γιό»
Κι είχα μια ελπίδα, μια αβάντα…
Τους άκουγα τη νυχτιά να κλαίνε
Να ουρλιάζουν μ’ αυτό που κυβερνά
Ένα κόσμο ακυβέρνητο που καίνε
Δυο ουσίες κάποιος να κερνά.

Ποιος είναι αυτός που δεν άκουσε παραμύθι
Και δεν είδε ποτέ εφιάλτες;
Να ‘ρχεται η ζωή τρομαγμένη στο παραθύρι
Σαν όνειρα κακά γεννήκαν κράχτες.

Στίλβει η αδικία στα μάτια μου τα πρησμένα
Τον οχετό του λόγου μου δεν μπορώ να κλείσω
Με όσα πέρασα και βίωσα όλοι τα ‘χουν ξεχασμένα
Μα γίνεται το δίκιο αγχόνη για να σβήσω.

Κι όταν πιο κάτω δεν θα υπάρχει παρά το τίποτα
Θα Θυμάμαι λόγια που μου έδωσαν στερνή χαρά
Αυταπάτες που με σείρανε εδώ, ανύποπτα,
Μυαλά ποτισμένα - μεθυσμένα στο παρά/
Μα γιατί παραμένετε κομπάρσοι αυτού του παιχνιδιού;
Όλοι έχουν ένα ρόλο μα πάντα εσείς τον ίδιο
Δείκτες σπασμένοι στο χρόνο πεταμένου ρολογιού
Ζάρες απ’ το φεγγάρι, άγνωστοι στον ήλιο.

Ο πυρετός μου την νύχτα κοπιάζει σ’ ανηφόρες
Κι οι μοίρες κομπάζουν με παράστημα εμπρός μου
Αγκομαχούν τα λόγια μου – στακάτες προφορές :
« τι ήρθα να μάθω και τι να πάρω πες μου.
Έφτασα καθαρός και τώρα βγάζει λέπρα το πετσί
Σ’ ένα κόσμο που πάει προς τα πίσω»
Πνίγει τα όνειρα, τον κρίνο βάφει μαβί
Θα νοιαστώ άραγε τι εδώ θ’ αφήσω;

Ποιος είναι αυτός που ήρθε δίχως πόνο;
Και δείξε μου ποιος έφυγε δίχως δάκρυ;
Μπόρεσε κανείς να συμμαχήσει με το χρόνο;
Ή να ακουμπήσει του κύκλου κάθε άκρη;

Πεσιμιστική αντίληψη στο νου ισοπεδώνει
Βαρέθηκα το «πρέπει» βαρέθηκα το «μη»
Σε βολεψάκιδες αυτή η κοινωνία στρώνει
Τόσοι πολλοί που δεν χωράει η γη.

Ο Ηρώδης.



Με κυνηγάνε βήματα στα όνειρα
Ξυπνώ, με κυνηγάει η ζωή
Φακελώματα, παραστάσεις του Ιούδα
Κι εγώ να τρέχω να γλιτώσω το φιλί.

Κρύος ιδρώτας μάχεται στο μέτωπο
Δυο χέρια να με τραβάνε στο παραβάν.
Εγώ ενάντια, πιστός στην αντίδραση
Με δυο γραμμές φτάνω Ταϊβάν.

Πολυνομία, στρατιώτες υπακοής
Με παράθυρα δίχως εφαρμογή
Φαλλοκρατία υποτιθέμενης τιμής
Με το «θα» και μετά οργή.

Οι φάμπρικες γιορτάζουν με καπνό
Διαδηλώσεις, φωνή που πυροβολούν
Μα εγώ θα φωνάζω σε εξέδρα ουρανό
Και τα συνθήματα μου θα σας γελούν.

Δεν σας πληρώνω για να γεννήσω απογόνους
Ηρώδης δεν υπάρχει, υπάρχετε εσείς
Λεγεώνα θα γίνω, θα σας βγάλω στους δρόμους
Να δείτε πως είναι η παρακμή
Πως είναι να μισείς.

Κατεστημένες αντιλήψεις π’ οδηγούν στο τέλμα
Τελώνη που αποφασίζεις για το παιδί μου
Θα γίνει λύκος την αυγή, στις όχθες σου στο ρέμα
Άσε τον αέρα, βαλ’ το στα πόδια, η γη δική μου.

Η γη δική μου
Του παιδιού μου
Του παιδιού σου
Των παιδιών τους.

Λευκό Μητρώο



Το φως που έρχεται στη γη
Καταγράφεται με αριθμούς
Στης Ρέας το ναό
κατάλογο το λαό .

Λευκό πανί σου χαρίζουνε
Κι ως το τέλος θα το βάψεις
Είναι οι υποσχέσεις που τάζουνε
Και πάντα θες να κάψεις.

Αλλάζω τροχιά και σκίζω χαρτιά
Συμβολισμούς και νούμερα.
Σε ορισμούς και κείμενα
Να γίνω εγώ προστάτης
Ένας ιππότης ποιητής
Και στην αγάπη φοιτητής.

Έτσι ονειρεύομαι το λευκό μητρώο
Δίχως αριθμούς, μόνο στίχους
Για αγάπη, ζωή να μιλάνε
Και στο μεθύσι τους να γελάνε.

Δεν μπορώ γραφειοκρατίες
Και δήθεν ταμίες με αιτίες
Στα χαρτιά που μας γράφετε
Κάθε πολίτη θάβετε.

Μα κι εγώ με την σειρά μου
Σας γράφω
Κι αλλάζω τροχιά.


Αλλάζω τροχιά και σκίζω χαρτιά
Συμβολισμούς και νούμερα.
Σε ορισμούς και κείμενα
Να γίνω εγώ προστάτης
Ένας ιππότης ποιητής
Και στην αγάπη φοιτητής.

Το μόνο σύμβολο που αποδέχομαι
Είναι το εικοσιένα
Κι αυτό δεν μπορεί ν’ αλλάξει
Ούτε για σένα ούτε για μένα………………..
Ψυχή μου!

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

ΡΟΜΠΟΤ


Κρέμονται γιρλάντες απ’ τον ουρανό
Ως την πιο απόμακρη την γέρι
Στολίζουν κάθε βλέμμα αληθινό
Φεγγίζουν τα σκοτάδια σαν αστέρι…

R
Κι εσύ άνθρωπε σωστέ
ψάχνεις την λεπτομέρεια
να φτιάξεις το τέλειο ρομπότ
με την δική σου ιδιοτέλεια…

κι όλοι σου λένε πως μοιάζεις με θηρίο
μα το τέλειο ρομπότ
δεν έχει πιθανότητα ούτε στο εκατομμύριο.


Κρέμονται άγγελοι σ’ του ήλιου τις ακτίνες
Κι εδώ στο ψέμα δεν μπαίνει καμιά
Στην γη αυτή που πατάς, οι ευθύνες
Χάνονται σαν αλήτικα κορμιά.

ΓΕΦΥΡΑ
Μέσα στα όνειρα σου γκρεμίζονται ρομπότ
Αυτά που δημιουργείς τη μέρα στη δουλειά σου
Κι εσύ σαν άνθρωπος σωστός θα πάρεις κι άλλα εργαλεία
Θα γίνει η ζωή σου ένας πυρήνας
Αχόρταγος θα θες να πιεις πετρέλαιο
Και για να μην σου το φάνε, θα τρως χρυσάφι…

R
Κι εσύ άνθρωπε σωστέ
ψάχνεις την λεπτομέρεια
να φτιάξεις το τέλειο ρομπότ
με την δική σου ιδιοτέλεια…

κι όλοι σου λένε πως μοιάζεις με θηρίο
μα το τέλειο ρομπότ
δεν έχει πιθανότητα ούτε στο εκατομμύριο.

Και εν’ τέλη έγινες εσύ ρομπότ
Να πανηγυρίζεις εσένα σαν μασκότ…

Άτιτλο!

Στην αντάρα του πολέμου
άλλη μια βόμβα σκάει
και καθώς πέφτει στην γη
μια στάλα αίμα θα ξεραθεί...

Το αίμα θα γίνει ανθός
θα βγάλει ρίζα
και θα γίνει ένα δέντρο
τεραστίων διαστάσεων.
Το είδες; εγώ φοβήθηκα!

Στην αντάρα του πολέμου
στο φόβο της μετριότητας
ανθεί ένα χαμόγελο
για το μαντάτο που μου έστειλαν.


Μια νέα ζωή έρχεται να υποδεχθεί την απάθεια σας, την εξουδετέρωση της μετριότητας σας, την καθημερινή πάλη για την τελειομανία σας... που μόνο μηδαμινότητα μπορεί να είναι.

Κι εγώ σε μια γωνιά με σταυρωμένα χέρια... περιμένω.
Η εκμάθηση του "περίμενε"... η υποταγή στις αποφάσεις σας.

Κι εγώ στο κενό... περιμένω.

Καταπολεμώ την δίψα μου στην λειψυδρία...
Καταπολεμώ την πείνα μου στην έλλειψη τροφής...
Καταπολεμώ κι εσένα
Καταπολεμώ κι εμένα…
Και τι;

Κι εγώ σκυφτή φερμάρω τις φράσεις σας...

Κάποιος έγραψε... ότι το δέντρο τεραστίων διαστάσεων έχει απορροφήσει το 92% της χημικής ενέργειας...
Και τι έγινε…

…Ένα δάκρυ μου έπεσε στα φύλλα του. Το δέντρο με κοίταξε με παιδικό βλέμμα και μου είπε: "Με λύτρωσες... λύτρωσες και τον ανθό που έχεις μέσα σου". Τόσο αφοπλιστικά που ανατρίχιασα.
Και μια νέα ζωή ήρθε στον κόσμο...

για να μου δώσει την ώθηση "ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΩ".

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Τέλος Τα Ψέματα!


Κολύμπησαν οι αλήθειες στα πιο βαθιά νερά
Κι εσυ σωπαίνεις στο βαρκάκι
Δακρύζεις στο σοκάκι
Με μάτια ένοχα ζητάς φτερά.

Ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης;
Καμπόσοι αγύρτες κι ένα προφήτης
Μιλάνε για αλήθειες.

Θηκάρι άδειο βαστάς στη ζώνη
Ούτε η σκιά δεν ειν’ τόσο κρυφή
Ούτε η σιωπή τόσο βουβή
Όσο εσύ!

Τέλος, στους ξερόλες που υποδύθηκαν το ψέμα
Τέλος, στα θύματα που δακρύζουν από συνήθεια
Τέλος, στα λόγια τα μεγάλα που απάτησαν την αλήθεια
Τέλος, στις αγάπες που δεν μάθανε ν’ αγαπούν
Τέλος, στα χείλη που βάφονται για να γελούν.

Τέλος…..

Πασίδηλος κι ανέραστος, μη με ζυγώνεις
Τις υποσχέσεις τις άφησα σε σένα
Δυο όνειρα έκανες, κλεμμένα από εμένα
Και μην ζυγώνεις…

Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

Χρυσό λαχούρι



Με το δρεπάνι οχτώ οκάδες στάχυ
Και δυο βδομάδες να το σέρνω απά στη ράχη
Ψάχνω να βρω μια βρύση – μια πηγή
Μια όαση στην έρημο, δροσερή σαν την αυγή.

Το γόνυ κοκκινωπό απ’ την ζέστη
Κι αντάρτες ‘δεναν με υφαντό την πληγή
Τα όνειρα είχαν ανατείλει πίσω απ’ το βουνό
Κι εγώ μπροστά του έμοιαζα ορφανό.

Χρυσό λαχούρι την νυχτιά
Να το κλείνω αγκαλιά
Να ‘χω κάτι να αγγίζω
Να μ’ αγγίζει.

- Απο μια ιστορία στον πόλεμο-

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Δεν σιωπά η μνήμη της άγριας ζωής



Μια αρμαθιά χρόνια σήκωσα στην πλάτη
Ξενυχτισμένα σαν νυχτερίδες στη σπηλιά.
Μέστωσε η σκέψη μέσα σ’ ένα βράδυ
Κι έχει ανάγκη ν’ αποκρύψει τα παλιά.

Εδώ τραχώνι ειν’ η ρότα, σαν βράχος σκληρός
Που τον κατέχει η σιωπή κι λύσσα.
Έτσι βαστά ο νους βύθια αλμυρός
Κι εβένινη εικόνα μ’ απόχρωσις πίσσα.

Δεν σιωπά η μνήμη της άγριας ζωής
Ούτε το δείλι του λύκου η βοή
Όσο κρατά το φύσημα της πνοής
Κι όσο κρατά των δακρύων η ροή.
Δεν θα σιωπά η μνήμη της άγριας ζωής.


Απέτυχες κυρ – δάσκαλε με φιλοσοφίες
Ειν’ εκείνοι επαναστάτες με φλάμπουρα.
Της θαλάσσης καπανταήδες, με ιδεολογίες
που παν αργά σαν τον κάβουρα.

Και τα βυσσινιά ενθυμούμαι, τούτη τη κάδη
Εις το βασίλεμα του Τρυγητή τρέχαν τα κοπέλια
Να τα φιλέψει ο τσιφλικάς για να εμάθει
Πως του χωριού μαζεύτηκαν όλα τα αμπέλια.

Ενθυμούμαι και της γυναίκας μου τα μάτια
Στο κατόπι μ’ έχουνε χρόνια τώρα
Κι αν εκείνον τον Ιούλη γίνανε δυο κάτια
Η λάμψη τους, αλάργα της ψυχής τη μπόρα.

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Της Σελήνης Τα Νεφελώματα!

Φιγούρα αρχαία λυγιέσαι, μονοσάνδαλη απά στα σεντόνια
Την άρμη σου δεν πρόφτασα, την γεύτηκαν τ’ αηδόνια.
Μόνο αεράκι της αυγής έμεινε , μόνο νερό στους βράχους
Κάτι γλυκά προσκυνητάρια σε ξεχασμένους σάκους.

Μες τα σπήλαια της Κύθνου σαν την Αφροδίτη
Με κύκνους, μαργαριτάρια κι έναν αποσπερίτη,
Συντάσσεις την ζωή σου με τόνο διαμαρτυρίας
Και στην αγάπη αποσιωπητικά αδιαφορίας.

Στις ρούγες της νήσου φυτρώνουν ροσμαρί
Και στα ξέμπλεκα μαλλιά σου φιόγκοι πορφυροί.
Αν είν’ η άνοιξη στο τέρμα, θα χαθεί η εικόνα
Κι αν ο έρωτας είν’ αέρι να του κάμω μια κρυψώνα.

Για τελευταία φορά, λικνίσου απά στα νεφελώματα
Ενθάδε κείται η νυχτιά στης μοναξιάς τα πατώματα.
Κι αν είν’ χίμαιρα το κολύμπι σου, νυμφαία
Στα δάκρυα μου συ βυθός και στην καρδιά ρομφαία.

Διαβατάρικα ονειρέματα της τρίτης εφηβείας
Των ερώτων μου μπάρκα, του «εγώ» απορίες.
Με ταξιδέψατε στης λησμονιάς τον πηγεμό
Με οδηγό της ανασφάλειας τον μάταιο ξοδεμό.

Σ’ έναν επίλογο, ο Νοβάλις, στέρησε απ’ το τέλος
Ένα φιλί που φύλαγα σε κούνια σα να ‘ναι βρέφος.
Κι οτι μου τάζανε γίνανε θάλασσα να πνιγώ
Σε νηνεμία και στο λιόφωτο να εκραγώ.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Περιήγησις

Σ’ αυτές τις χώρες κοντά στον Ισημερινό
Αληγείς άνεμοι πνέουν προς δυσμάς
Κι εδώ καλοκαίρι με ένδυμα χειμερινό
Έγινε ο βοράς νοτιάς κι ο νοτιας βοράς

Βικτοριανή σκέψη έγινες φαιά ουσία
Χαράμισες εποχές για να ‘χεις ιστορία
Μήπως το μέλλον γίνει απουσία;
Αυτή μονάχα έχω ως απορία.

Στο παραπέτο της πρόδηλης μοναξιάς
Τα σιάξανε πλαστικές φάτσες και δάκρυα
Ωσότου ένα βήμα κρίση λησμονιάς
Κι όσα στοχάζεσαι θα μοιάσουν μάταια

Στα σκαμπανεβάσματα προσκρούουν πλοία
Στο ηδυντικό μεθύσι θαλασσών κι ανέμων
Εκεί στο μπέρδεμα εποχών, χωρών – η απουσία
Σφηνώνει στην ψυχή σαν σάτυρος δαίμων.

Σ’ αυτές τις χώρες κοντά στο Τίποτα
Ψάχνει η λαλιά σιωπή κι σιγή φωνή
Μα όσα θα ‘ρθουν θνητών ανύποπτα
Ίσως τώρα είναι δυσοίωνη παραμον
ή…

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Ο Καπετάνιος!


Πήρα αλμύρα απ’ τα χείλη και ξεκίνησα
Μ’ ένα καράβι όλη την Μεσόγειο
Και για το πριν σε κανέναν δεν μίλησα
Για το φτωχό, απεριποίητο υπόγειο.

Είχα όνειρα καπετάνιος κάποια μέρα /
Να γίνω – και να βλέπω γλάρους στ’ ανοιχτά.
Αν ζυγώνουν προς στεριά εκεί πέρα
Βροχή έρχεται να στείλω ένα γράμμα…

Σε νησάκια να μπαρκάρω κάθε μήνα
Και στης Σμύρνης το πιο όμορφο λιμάνι
Να αγναντεύω την λάγνα την Αθήνα
Και τα μάτια σου παλιά αγαπημένη…

Η θάλασσα ξεβγάζει τον καημό
Κι ένα παράπονο στα μάτια ταξιδιώτη

“Εσύ! Θαλασσαϊτέ που πήγες ως τ’ Αλγέρι
Άφησες πίσω σου της μάνας σου το χέρι.”

Έτρεξα να πιάσω μια ζωή να την κερδίσω
Χωρίς τα χέρια μου ν’ απλώσω για αρπαγή
Κι έφτασε η ώρα μονάχος για να ζήσω
Όταν και το τσιγάρο μου δεν άντεχε αλλαγή.

Ένα βράδυ κάτι μουσικοί αλγκάϊτα και δοξάρι
Να παίζουν- δίπλα φωτιές και χοροί
Στη μέση ένα νιόπαντρο όμορφο ζευγάρι
Χόρευε με τα λευκά που φορεί.

Σε νησάκια να μπαρκάρω κάθε μήνα
Και στης Σμύρνης το πιο όμορφο λιμάνι
Να αγναντεύω την λάγνα την Αθήνα
Και τα μάτια σου παλιά αγαπημένη…


Η θάλασσα ξεβγάζει τον καημό
Κι ένα παράπονο στα μάτια ταξιδιώτη

Η Καδμεία Μπαλαρίνα!

Το διάκι κράταγα με ένα χέρι
Το άλλο ήταν στα μαλλιά σου
Σαν του Αυγούστου το φεγγάρι
Έλαμπαν τα κοκκινόχρυσα σου.

Δυο όβολα σε κάθε σου παράσταση
«Κόρη του Κάδμου» οι αφίσες γράφανε
Κι ήταν τα μάτια σου ολόκληρη επανάσταση
Σε εποχή που άλλοι θάρρος ζητάγανε.

Απ’ τα πόδια σου διδάχτηκαν χορό
Σ’ ερωτεύτηκαν σε κάθε κίνηση σου
Μαγεία απ’ της φωνής σου το κοντράλτο
Με τίτλο γράφτηκε βιβλίο της ζωής σου:

“ Ο Θρύλος της Καδμείας μπαλαρίνας».
Εξιστορεί του χορού την απόλυτη μαγεία
Ταξίδια, χρήματα και εραστές χιλιάδες
Διάβασα τα’ όνομα μου, σε δυο σημεία.

Όταν κατέβαινε απ’ την άμαξα
Άφηνα και τα δυο μου χέρια
Για μια γυναίκα τη ζωή μου άλλαξα
Που η λάμψη της έφτιαξε τ’ αστέρια.

Σαν εξαρτημένος θαυμαστής στη σάλα
Καθόμουν από κάτω και χανόμουν
Ήξερα γεννήθηκε για πράγματα μεγάλα
Διόλου δε νοιάστηκα κι εδώ ερχόμουν.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Η Μύρρα στον κήπο αφύσικα μυρίζει
Ποιόν Άδωνη πάλι θα γεννήσει;
Διαβρώνει η βροχή την πέτρα
Και την χρυσαφένια μου φαρέτρα.

Και χύνεται ο οπός στην κοπριά
Πιστοί εργάτες ιδρώνουν τα κορμιά
Δουλεύοντας να χτίσουν του αφέντη περιβόλι
να μην τρώει της καμινάδας την ασβόλη.

Τα τσιφλίκια τον προσμένουν πριν γεννηθεί
Κι εγώ φοιβόληπτη για ανθό που ‘χει μαραθεί
Γράφω στα χαρτιά μου, σχίζω τα κατάστιχα
Βαρέθηκα αριθμούς και νομίσματα παράσιτα.

Κι ο Άδωνης γίνεται το πρώτο θέμα
Στις εφημερίδες με άρθρα το ψέμα
Απ’ όλες τις πόλεις φτάσανε κοπέλες
Κι αυτός σαν ήρωας σήκωνε τις μπρετέλες.

Όλβιος ο Άδωνης πριν καλά – καλά δουλέψει
Με στρατιά δίπλα του που δε θα κιοτέψει
Κι έφτιαξε παλάτια, πήρε δυο γυναίκες
Η μια γκέισα κι άλλη απ’ τους Ακρίτες.

Την Πενθεσίλεια όμως είχε ερωτευτεί
Την σκότωσε ο Αχιλλέας πριν τη στεφθεί
Κι έτσι ο Άδωνης πνίγηκε στον Αμαζόνιο
Μ’ ένα τελευταίο γέλιο σαρδόνιο.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009


Λαζούρια γεμάτη η ανατολή

υπόσχεται φως'

ο χειμώνας διπρόσωπος

το καψικό παγώνει τα βλαστάρια.


Μα εδώ σε τούτο το ερημονήσι

θαυμάζουν τα σκοτάδια

και σκάβουν υπόγεια σκαλιά

να βρούν στοργή.


Ενυφαίνουν τη ζωή με την ζούγκλα

μα που 'ναι τα δάση;

που 'ναι τα ποτάμια;

κι εκείνες οι μαϊμούδες με τις μπανάνες;


Ονάγρες φύτρωσαν

στου μυαλού τις παροικίες

υπεκφυγές στοχάζεσαι

να μην μελωδήσεις τα άσματα μας.


Απόκαμες μου φαίνεται

και γίνηκες δανδής

με γραβάτες και λουστρίνια

για ιδανικά μου λες.


Τώρα δεν θέλω

ούτε εσένα ούτε αυτή.

Μου φτάνει το τίποτα

να συμμαχώ...