Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Με το δικό μου βλέμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Με το δικό μου βλέμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Εγώ γράφω μόνο τις νυχτιές!





Εγώ γράφω μόνο τις νυχτιές
Μες το σούρουπο του Γενάρη
Εκεί που γεννιούνται οι ματιές
Κάποιου έρωτα κατεργάρη.

Εγώ σου έγραψα λόγια αληθινά
Μες την παγωνιά του χειμώνα
Αγνό μου ρόδο, χέρια αλλοτινά
Που άνθισα εκεί σαν ανεμώνα.

Εγώ γράφω μόνο για αγάπες
Που δεν γνώρισαν την αυγή
Για αβίωτους, άγνωστους χάρτες
Που τους κατέχει μόνο η σιγή.

Εγώ σου έγραψα στο μαξιλάρι
Μ’ ένα κοράλλι όλη τη ζωή
Και με ήπιες σαν κρασί θυμάρι
Για να μ’ έχεις μέσα σου πνοή.

Η ηώ



Μπλε σκούρο αντίκρισα το πέπλο
Κι ωσότου να πέσει ένα βλέμμα κάτω
Γινήκανε γαλάζια, αχόρταγα να το βλέπω!
Ομορφιά εξ’ ουρανού, στα μάτια κάνει σάλτο.

Και να! η ηχώ απ’ το νερό στον κήπο.
Φτερουγίζουν φυλλαράκια μες τη σιγαλιά.
Ζεύξη ηρεμίας κι αισθητικής γεννάτε
Κι αχνές μελωδίες ζώων – μόνη μιλιά.

Στην αυγή όλα κυλούν αργά
Γέννημα ονείρων!
Το λίκνο της ελπίδας
Ξεκίνημα προσδοκιών!

Σαν έρθει ο ήλιος κι απλώσει τις αχτίδες
- ο τόσο απαραίτητος ήλιος -
Ο ρυθμός γοργά θα τρέχει να προλάβει
Μα τι γυρεύει; μήπως τις ασπίδες:
Κι εκεί σ’ αυτές, μοναξιά να εκβάλει;

Και να! Ο Αίολος μαζεύει τους ασκούς
Έτσι άνεμα πορεύεται στο ξεκίνημα η πλάση.
Και να! Η στιγμή κάτι ν’ ακούς
Να μοιάζει αλήθεια αυτή η φράση.

Κι όταν τυλίγεσαι στ’ απόγειο της νύχτας
Ρίξε καημούς στα σκέλια των αλόγων
Να τους πάρει μακριά ο Ζέφυρος
Στον Κάμβλη και στις Λαιστρυγόνες να τους πάει.

(Κι ο Μορφέας ρωτά:)
- Γιατί η κιθάρα παίζει ακόμη λυπημένα;
(οι Μούσες απαντούν:)
- η Ηώ το βράδυ γράφει πικραμένα.

Σχοινι!



Ένας μονόλογος με την φύση
Κάθε ανατολή – κάθε δύση
Και μετά σιγή.

Ένας διάλογος με μένα
Για την απουσία και για σένα
Και μετά φυγή…

Ένας αντίλογος με την ζωή
Αυτή πράα - εγώ βοή
Και μετά πέρας.

Ένας υπόλογος στην ψυχή
Για την δακρύβρεχτη βροχή
Και μετά αέρας.

Ένας πρόλογος κενός
Χωρίς τίτλο αφενός
Και μετά τελεία

Ένας επίλογος μεστός
Κι ο καφές ακόμη ζεστός
Σαν εικόνα γελοία.

Κι εδώ στην αποσαφήνιση
Φωνή

Κι εκεί στην επαγρύπνηση
Υπολείπεται
Ένα σχοινί.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Στην Αγία Κυριακή



Άρωμα λεμονιού με γλυκά του κουταλιού, αέρας απαλός σα χάδι με τύλιγε αρώματα.
Χαιρόμουν τα πλατάνια που είχαν συντροφιά τόσο δροσερά νερά. Αγκάλιαζαν τις ρίζες τους με τόση τρυφερότητα, αγνά, τρεμάμενα σαν πρώτη επαφή. Η χαρά τους τόση, ανέμιζαν τις φυλλωσιές ως τα γιοφύρια. Στόλιζαν τους περαστικούς με μια βιαστική χειραψία. Τι όμορφη που 'σαι φύση! Αψεγάδιαστη χτίση!
Κυριακής Απογεύματα, στην Αγία Κυριακή, αγγίζαμε με τα ακροδάχτυλα, λίγο πάθος, λίγη ευχή. Λαχτάρησα ετούτη την ομορφιά, θέλησα νερό να πιώ, μια άγια φλόγα να δω, σαν κάρβουνο μέσα της να μπω. Να ξανά γεννηθώ...

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Ξέχασα...

Ξέχασα ν’ αλλάξω το νερό στην γυάλα
Ξέχασα και τον καφέ που έχει κρυώσει
Πάντα αναβολές και διαρκής φευγάλα
Ότι απέμεινε να έχει να πληγώσει

Πόσο ξεχάστηκα σ’ αυτό το μέρος
Πόσο ξεχάστηκα σ’ αυτή τη φυλακή
Σαν ξέμπαρκος άθλιος μαρνέρος
Μια ζωή στρατιώτης σε επιφυλακή.

Όλο αναβολές, γεμάτος αναστολές
Όλα τ’ άφηνα στην τύχη
Κι αύτη έχει αποτύχει.

Ξέχασα σουρωμένος το δρόμο για το σπίτι
Ξέχασα σ’ ένα μπαρ την μπέρτα απ’ τη Σκωτία
Θέριζα τους φόβους να καρπίσω θύτη
Και να τελέσω την μοναξιάς θητεία.

Πόσο ξεχάστηκα στην ερημιά του κόσμου
Όλο τα ίδια και δίπλα το κενό
Πόσο βάφτηκα στο μαύρο φώς μου
Την αποκήρυξη μου κάθε μέρα να γενώ.


copyright 2008 @ Μακρή Φωτεινή

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Κόκκινη Νύχτα



Η νύχτα βγάζει τα τακούνια
Και περπατάει
Τις κόκκινες γόβες της
Πλέον δεν φοράει

Τα βήματα της ανάλαφρα
Δεν ακούγονται
Τα χείλη της τα κόκκινα
Δεν ξεβάφονται.

Νύχτα που ζευγάρωσε με το κόκκινο
Φεγγάρια – μάτια ψεύτικο ρόδινο.

Νύχτα που ζευγάρωσε με την τρέλα
Κι ο ήλιος κλείδωσε την πόρτα για τη μέρα.

Η νύχτα πετάει το φόρεμα
Και γελάει
Την κόκκινη δαντέλα του
Την ξεφτάει.

Η γύμνια της σκοτάδι
Σε μεθάει
Το βλέμμα της αφοπλίζει
Και σε ξεχνάει.

Νύχτα που ζευγάρωσε με το κόκκινο
Φεγγάρια – μάτια ψεύτικο ρόδινο.

Νύχτα που ζευγάρωσε με την τρέλα
Κι ο ήλιος κλείδωσε την πόρτα για τη μέρα.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Σκέψη & Λογική.

....Σε μια ατέλειωτη ευθεία, οδοιπόρος μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Κάτω από τόσο μελάνι ψάχνω να βρω βήματα στην βρεγμένη άμμο. Θεέ μου, τι φόντο έβαλες απόψε στο περίβλημα σου; Γιατί τ’ άστρα σου στερούνται λάμψης; Και μέσα σ’ όλα τ’ ατελείωτα, αναπάντητα, άστοχα γιατί… Πως κυνηγά το παρελθόν το μέλλον; Πως όλα έχουν τόση εξάρτηση; Σιωπή!
- Κούρνιασε μικρή μου, η σκέψη λανθάνει την λογική κι λογική σαλεύει. Κοίτα τα φύλλα! Πως το κίτρινο βγάζει μαύρο. Κοίτα τον ουρανό! Πως αλλάζει χρώμα… Δέξου τα όλα όπως είναι. Κι έτσι, έχουν την μαγεία τους.…
- Βλεφαρίζω κι απλώνονται θάλασσες. Οφθαλμαπάτη ή το ζω; Ανοιγοκλείνω τα χείλη… Ακούω μουσική. Παραίσθηση ή το ζω;
- Γέλα λίγο… Οι ώρες συνεχίζουν να κυλούν.

........

.....Ωσότου, έρθει το σκοτάδι, έπαιζα με της αναλγησίας τα παιχνίδια. Έκοβα νήματα και την αυγή έδενα κόμπους να σωθώ. Πόσες φορές, η Μάρω μου ‘χε πει…

- Σταμάτα να μπερδεύεσαι, στα κόκκινα, στα κίτρινα, στα μπλε… Σταμάτα τα θέλω και τα μη.
- Γέλια!
- Φοβάμαι τ’ αλλόκοτα τα γέλια σου. Φοβούμαι την τρελή σου σκέψη.

Κοιτώ απ’ το παράθυρο, δυο ανέμους να σεργιανάνε την πλατεία και ποντάρανε σ’ ένα στοίχημα για την μεγαλύτερη φουρτούνα. Έκλεινα τ’ αυτιά μου και σιγώ μουρμούριζα μια προσευχή. Κι αν δεις το πετσί μου πως ανατρίχιαζε, φόβο θα νιώσεις. Έσφιγγα τα μάτια με δύναμη να κλείσουν.

- Δεν θέλω ανέμους. Δεν θέλω φουρτούνες. Η θάλασσα γελοιογραφία. Γελοιογραφία.
Κι έπεσα στο πάτωμα. Κι από ‘δω δωροδοκώ το ρολόι στο ταβάνι.

Πως βρέχει έτσι; εκεί έξω. Ακόμη, οι αναστεναγμοί μου, δεν έμαθαν να κολυμπούν. Αντέχουν σάπια καράβια, σε μεγάλες τρικυμίες; Δεν θυμάμαι κανένα να επιπλέει. Ξέρεις πόσα χρόνια; περίπου σαράντα! Και που να φανταζόσουν, σαράντα χρόνια κουρασμένα πως γίνονται αιώνες. Τελικά ο χρόνος είναι μια παράξενη ιδέα. Τον θέτεις όπως θες. Αλλά εσύ, μην τον σκέφτεσαι. Δεν βλέπεις εμένα που μου έκλεψε το μυαλό;

... Μπερδεύομαι σε τόσα άχρηστα χρώματα. Όλα τρέφονται απο ένα χρώμα. Το μίσος, η αγάπη, ο έρωτας, ο χρόνος ακόμη κι εσύ. Γιατί νομίζεις ότι εσύ δεν ξέπεσες; Εγώ καν δεν σε βλέπω... Σε βούτηξα στο πιο μαύρο χρώμα... Εκεί που ο χρόνος δεν μου θυμίζει την ανάμνηση σου, δεν κυλά στο μέλλον σου...

Μετά από ένα μήνα, με βάλανε να μετράω τριαντάφυλλα. Σ' έναν κήπο περίπου ένα στρέμμα. Τ' αγκάθια φυτρώνανε στο νου μου κι ούρλιαζα όταν ξάπλωνα στο γρασίδι. Εκεί η βία του, έφτιαχνε γραμμές στο πρόσωπο μου. Κι όταν κλείνανε οι πληγές με έστελνε σ’ έναν καφενέ να σερβίρω ούζα. Οι γραμμές γίνανε ρυτίδες για να θυμίζουν αυτόν!
Το ρόδο έβγαζε απ’ τα σέπαλα αχνές ανάσες. Βαρυγκωμούσε. Θα ήτανε ενός μήνα ανθός κι αυτός ο αλήτης το ‘χε ξεκάνει. Ένας μήνας μπορεί και σαράντα έτη. Τι να πιστέψεις;
Αφού σ’ ένα μήνα χάθηκε κι Μάρω. Απρόβλεπτα! Μπορεί να ήτανε μήνας, χρόνος, αιώνας. Που ξέρεις μπορεί να ήτανε εφιάλτης. Να ήθελε να ταξιδέψει και σε κάποιο λιμάνι να κατέβει. Η γιαγιά μου -κρυφά την είχα ακούσει- όλα είναι ψέμα εδώ, σατίριζε. Πόσο ν’ απέχει άραγε το ψέμα με την αλήθεια; Και πόσο η ζωή με τον θάνατο; Χρόνος! Που πληγιάζει τα ερωτήματα και θολώνει την σκέψη. Δεν μπορεί ν’ αυτοκτονήσει
;

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Οι Τριακόσιοι

Ήτανε τριακόσιοι!
Άνθη πολλά κι λεμονιά ξεραμένη
Μα καλά!
Πως μου φάνηκε βαμμένη;

Ο δρόμος έφυγε απ’ την ευθεία
Και απέφυγε
Να δώσει κάποια οδηγία.

Το πράσινο βλέμμα χαμένο στο τοίχο
Κι ένα βάσιμο
Ψέμα ενσαρκώνει κάποιο μύθο.

Που είμαι;
Κι εσύ ποιος είσαι που κάθεσαι εκεί;
Αν είσαι αυτός
Που ονειρεύομαι να μείνεις εκεί.

Ποια είμαι;
Αν είμαι μια σκιά στον καθρέφτη
Ή μια ιτιά
Στην λίμνη ενός υγρού δραπέτη…
Θα μου εξηγήσεις από πού είμαι;

Τι με έφερε εδώ χωρίς να καταλάβω;
Και τι οδηγώ;
Να ξέρω που θα παύω.

Μια φωτιά που όλο καίει
Μια νοτιά
Ανέμους στο κορμί μου ρέει…

Κι εγώ σπαταλιέμαι σε ψίχουλα
Και γελιέμαι
Σ’ του έρωτα τα ροζ πούπουλα.

Ποια είμαι;
Και τόσο φοβάμαι;

Και τελικά οι τριακόσιοι που πήγαν;

Βουβά βαστώ το κρασί της μοναξιάς






Στον απόηχο των αμαρτωλών σου εκφάνσεων
Βουβά βαστώ το κρασί της μοναξιάς
Και σιωπώ…
Αν δραπετεύσω σήμερα, θα εγκλωβιστώ!
Αν λυγίσω, θα χαθώ.
Και θα με θυμίζει μια ελαιογραφία…
Που βουβά θα βαστώ το κρασί της μοναξιάς…