Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

7 Αμαζόνες



Με λούζει το φως του φεγγαριού΄

ορτή, στην μέση του στενού,

δίπλα μου ορύγματα,

βράδια μ' αινίγματα

και κλείνω τα μάτια

με ξέφτια υφάδια.


Μια σχεδία μ' Αμαζόνες΄

χαρακώνουν τον ύφαλο.

Ποιός ξέρει να διαβάσει;

τα μυστικά να μεταφράσει;


Τρύπωναν σαν μάγισσες

στους κρυφούς οντάδες,

μια πορφυρή λάμψη

ξετρύπωνε απ' τους σοφάδες.


Ο έβενος της σχεδίας

άρωμα Ανατολής,

με σεντέφια και κοράλλια

που ΄χε λαξεύσει ο Ερμής.


Ζαρώνω σε μια γωνιά

κι έχασκα τα ζεμπίλια

που 'χανε αφήσει στη στεριά

σκεπασμένα με μαντήλια.


Ένας ταπεινός χατζής της Μέκκας

να εξαγοράσει εφτά ζωές

με κάτι ώρια μπακίρια

και 'ριχνε κλεφτές θωριές.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Καληνύχτα!




Ούτε θαλασσίλα δεν μας παίρνει σε τούτο το μαγερειό,
λίγα καμένα ξύλα, λίγα ξερά φύλλα φασκομηλιάς.
Ο αργαλειός καμαρώνει την μουντζούρα του, γέρασε !
κίτρινα φύλλα χάμω, χειμώνας μα μοιάζει φθινόπωρο.

Το κυνήγησε ο χρόνος, κι αυτό. Το παρέσυρε μ’ ορμή.
Τα πανωφόρια τρύπια. Με δάκρυ νιότη, για σένα λέμε.
Τα γέλια, ούτε το πλήρωμα του χρόνου δεν τα χάιδευε.
Τον έρωτα, που μας κρατούσε ζωντανούς κι αλάργεψε.

Κυφό τ’ όνειρο αγάπη μου, το φιλί δεν ζαχαρώνει
μόνο το χέρι σου κρατώ και νιώθω ευλογία.
Οι ανάγκες μας πιο μικρές, η έλλειψη πιο μεγάλη.
Κοίτα! Ούτε πότης απόψε περνά, ούτε πεινασμένος.
Ρακένδυτοι περαστικοί, κοιτάζουν τα σκουπίδια.

Σαν δαμάσκηνο ώριμο μοιάζει το πρόσωπο τους.
Αφουγκράσου το λιμό, αγνάντεψε τις μέρες…
τις μέρες που σκιάζουν τα κατώφλια μας.
Σώπα! Λίγη δύναμη μας έχει απομείνει.

Σώπα! Μην νιώσουν τα παιδιά την οργή,
την θάλασσα π’ αφρίζει, τα δέντρα που δαγκώνουν.
Μην νιώσουν πως αυτό το χώμα δεν βαστά.
Σώπα! Να πνιγούμε δίχως γκρίνια. Σώπα!

Θεέ μου δεν δακρύζει πια ο ουρανός, τα παιδιά!
Μόνο παιδικά μάτια, αυτά μαζεύουν όλη την συμφορά.
Γιατί; καταντήσαμε σαν την τόμπολα.
Ποιος είναι αρχηγός; και ποιοι οι όροι;

Σκοτείνιασε! Να δούμε που θα μας βγάλει την αυγή,
σε βράχια ή στεριά αυτή η καραβέλα (;)

Καληνύχτα συνάνθρωποι, συνάδελφοι της πείνας.
Καληνύχτα ανθρωπιά!

Καληνύχτα και σιωπήστε!

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Σε χρόνους ρετρό

Είναι το σώμα σαν φωτιά
κόκκινο σαν καμένο
κι εσύ στην ίδια σκοπιά
σαν δέντρο γερμένο.

Είναι τα μάτια σαν Φθινόπωρο
κίτρινα σαν φύλλα
κι ένα σ' αγαπώ ανείπωτο
αλυχτά στα στήθια.

Γι' αυτά που δεν σου μίλησα
στα είπα όταν σε φίλησα.
Σε χρόνους ρετρό
αγάπη μετρώ.

Είναι τα χείλη σαν σάπιο μήλο
αφίλητα και δεν σιμώνεις
απέναντι σου εγώ σιωπώ
κι εσύ κρυφά μου θυμώνεις.

Είναι η ανάσα σαν βοριάς
έρωτα φέρνει τ' άρωμα
μες τα χρυσάφια που φοράς
να τυλιχτώ έστω άνομα.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Απόσπασμα απ' τα ΚΙΤΑΠΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Του φθινοπώρου αλαργινά πουλιά
στα γιόματα, κάθε κλαδί σιγαλιά.
Κι ο έρωτας ανθίζει στη σιωπή
στα πιόματα, σε μια μικρή στιγμή.
Μια στιγμή, εδωδά, στα ροδόνερα
ν' αλύψεις το κορμί, στον Ιορδάνη΄
μαζί να βαφτιστούμε μ' άγια αγάπη
της ζωής να πιούμε το αλάτι.

Σου δίνω για να δώσεις

Στίχοι: Μακρή Φωτεινή
Μουσική: Μιχάλης Θωμάς
Ερμηνεία: Μιχάλης Θωμάς

Καυτό το δάκρυ
σαν αστέρι που τρέμει
στ' ουρανού την άκρη
και στην άκτη πέφτει.

Δυο όνειρα στο λαιμό
σαν άγιο φυλακτό
με ξεκούρδιστα λόγια
σε τι να ορκιστώ;
Και τι να υποσχεθώ;

R
Σου δίνω για να δώσεις
και όχι να με σώσεις
μες τους στίχους μου ματώνω
για μια ζωή ότι βιώνω.

Σε μια παλιά τραμπάλα
μου είχες γράψει
ο έρωτας μάραθηκε
με τόσο που 'χεις κλάψει.

Το όμορφο τσιμπάει
σαν ρόδο με αγκάθια
κάθε μου όνειρο όμορφο
που τρύπησε τα βράδια
χαράμισε τα χάδια...

Σου δίνω για να δώσεις...

Γέφυρα:
Το όνειρο μην τ' αφήνεις αλλά μαζί του να μην μείνεις...
ότι πιστεύεις πιο πολύ, ματώνει στην δύσκολη στιγμή.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Ίχνη




Προχθές, έγινε ακόμη μια συμβλαιογραφική πράξη, σε κάποια κείμενα μου. Σας παραθέτω ένα απ' αυτά. Γράφτηκε πριν αρκετούς μήνες, έχει τίτλο "Ίχνη". Οι εικόνες με τα όμορφα τοπία ανήκουν στην ιδιαίτερη μου πατρίδα, την Εύβοια.




Μαράθηκαν τα λόγια στο σεργιάνι
κι έντυσα τις σκέψεις με σιωπή΄
κομπάρσοι, της αγάπης σου ζητιάνοι
κι εσύ ηθοποιός με ρόλο΄ ενοχή.

Βασίλεψε η μέρα - πρίν χαράξει
κι ο πόνος στη γωνιά με καρτερεί.
Μπύρες, τσιγάρα - έχουνε αδειάσει
και στο πορτρέτο σου ματιά που τιμωρεί.

Τα ίχνη σου, αφημένα
με δυο φιλιά γερμένα.
Στο είδωλο του Ιούδα
ανθίζει κίτρινη φλούδα.

Καρτέρι η νοσταλγία -στην γωνιά!
μετράω λεπτά και αναμνήσεις.
Ορρωδώ στην δίσεκτη χρονιά
μήπως, μάτια μου γυρίσεις.

Αν τα λόγια σου σκορπίζεις σε αγάπες
δεν έμαθες, ποτέ, ν' αγαπάς.
Κι αν η ανάγκη σου δεν άντεξε,
μοναξιά
ο πόθος σου, συχνή, πολύχρωμη
αλλαξιά.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

ΜΕΡΟΣ Ρ'
Έρχεσαι στο όνειρο, μια σκούρα σκιά.
μία σκιά που στο χάραμα του ήλιου
γίνεται θηλιά. Σχοινί παλιού καραβιού,
που το ‘χει ξεφτίσει η αρμύρα. Γεύση,
καμένου ηλιόσπορου, με ζεστή μπύρα.

Δακρύζουν τα όνειρα, χώμα και βροχή.
μία βροχή που καίει την πεδιάδα -
υποσχέσεις ναυλοχεί – τις αναμνήσεις ‘
τις κοιτάζει μ’ ένα βλέμμα σαν άχαρο.
η κατάσταση μοιάζει - δεν είν’ στο τέρμα.

«Τώρα θυμήθηκα!» - δρόμοι χιονισμένοι
κι εμείς με το ίδιο παλτό, ίδια πόλη.
άραγε ευτυχισμένοι; γιατί τρέχεις;«
θέλουν να τα προλάβουν όλα» - τίποτα.
ναι, τίποτα δεν σταματά να προλάβουν.
τόσος φόβος πως τρυπώνει στην ψυχή μου;
γιατί ξέχασα τον ευεργέτη; Γιατί;….

Πέρασε η μέρα μου, το φιλιστρίνι,
έχει θαμπώσει από βροχή κι αλμύρα.
σε πόσες μπουνάτσες ακόμη θ’ αστοχεί;
σε πόσες τρικυμίες θα τρέχω να μπω;
ειν’ τα φώτα σου κίτρινοι ξενύχτες –
θέλω να βαφτώ. Κι αν αυτό είναι λάθος,
ας το γευτώ σε κάθε άστατο καιρό
μ’ ένα κρασί κόκκινο που θα ξεβάφει.

Σε χρώμα παλιό ότι με γυρνάει πίσω-
ξέφτια όνειρα, σήμερα τα πουλάνε,
τι ν’ αφήσω; σε τούτο ‘δω το παζάρι
πλέον ο αθώος: κατηγορούμενος
και αλκοολικός μόνο ο οινοχόος.

Τώρα έμαθα λίγο να μπουσουλάω
μα ξέχασα τις νύχτες να περπατάω
αλλά αγαπάω. Ότι με μαγεύει.
Δεν είναι αμαρτία! Δεν φτιάχνω Εδέμ
ούτε σωτήρες ψάχνω για σωτηρία.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

ΜΕΡΟΣ Π'

Έχουν σκορπιστεί στη ψυχή μου
Νεραντζάνθια, κάτι δάκρυα
Και κολυμπάνε τ’ ανθάκια
Στην άπλετη, τρωτή βροχή μου.
Σε νιώθω θάλασσα αλλότρια
Κι ας είσαι κομμάτι δικό μου
Σε κάνανε ψυχή μου, ξένη
Και μέσα μου κανείς δε μένει.

Στις παρυφές ένα σπουργίτι
Μέσα σου πάντα μονοφώρι.
Ίδιες αλήθειες με ψέματα
Ίδιος ο δρόμος με το σπίτι/
Κι η ανάμνηση κατηφόρι.
μόνο το όνειρο σε τρέφει
μια ελπίδα έχεις να γελάς
και μία σιωπή για να μιλάς.

Άκου το σύννεφο πως βροντά
Για να στάξει μια στάλα βροχή.
Και δες την βροχή πως μυρίζει
Όταν με χώμα έρθει κοντά.
ψυχή, δεν σώνεται, μοναχή
μα ούτε με το παράπονο
θέλει η λαχτάρα, να βρει σώμα
να ‘χει άρωμα – να ‘χει χρώμα.
ΜΕΡΟΣ Θ'

Δρόμος καθαρός, ούτε φύλλο
Φθινοπώρου, μελί σούρουπο
Δεν ενθυμούμαι τέτοιο δείλι
Τόσο τραγικό σαν (τον) Αισχύλο.
Από τα κιάλια, τούτα βλέπω
Την σήψη κάποιων ιδανικών
Στ’ άδικο – γυρισμό δανεικών.

Θαρρώ είναι άδικο!

Φωνή δίχως χροιά και χορδή
Φωνή σπατάλης – αφόβητη
Στου Οκτώβρη τις θηλιές – βροχές
Δίχως ομπρέλα – μ’ ένα τσαρδί.
Στο κατορθωτό αναλφάβητη
Στο ακατόρθωτο και μια ανάγκη
Μην ακους (τον) πειρασμό στο φαράγγι.

Ας το διαβούμε, γραμμή πυρός
Στυλοβάτες ως την αδέσποτη –
μαχαιριά στο κορμί που θα μπει
να στάζει λόγο, να‘ναι αιχμηρός
ευθύνη, ζωτική, ανείπωτη.
Στ’ άδικο θα ψάχνουμε αλφαδιά
Στο δίκιο θα ‘μαστε (πάντα) παιδιά .

Θαρρώ είναι δίκιο!

Κι Οκτώβρης καρτερεί Χειμώνα
Ύπνο μεθυσμένο απο ρακί
Να επουλώσει κάθε πληγή
Απ’ της ρουτίνας τον δρυμώνα.
Ρακόμελο - ζέστη (τη) φυλακή
Να κάμουμε καμιά ευχή
Παράκληση και μια προσευχή.

Σίγουρα, είναι πάλι Φθινόπωρο!

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

ΜΕΡΟΣ Γ’

Λάθος βοριά !
Λάθος μελωδία με συνοδεύεις.
Είν’ τα φτερά μου μάλλινα
Η βροχή σου καταιγίδα
Εις το πέλαγο μισόγυμνη
Μαζί με την ελπίδα.
Σιώπα! Μαράζι μου
Λέξη μην πάρει τ’ αγιάζει
Είναι Βαλπούργεια η βραδιά
Που θα μας χαράξει.
Το άφησα ξοπίσω
Στο χώμα που εφίλησα
Ανάμα και κονιάκ
Στο ζύγωμα εμύρισα.

Τα μέτρησα εψές
Στην αίγλη του Μεσαίωνα
Θαρρώ πως βάφτισα ένα
και καταριότανε τον Κρέοντα.
Άνοιξε, θνητέ, την παλάμη
Πόσα όνειρα χωράνε εκεί δα
Μην υφαίνεις μυριάδες
Ένα, αν ειν’ καλό, είν’ πολλά.
ΜΕΡΟΣ Β'

Αγρυπνούσα τις νύχτες ν’ ακούσω - το παραμιλητό σου
Λέξεις άτονες, που δεν γράφτηκαν σε θρανία και ουδείς
Εύσπλαχνος, συνταξιδιώτης, δεν σίμωσε στ’ άκουσμα σου
Ουδείς σαν αρμάτωνες, σαν τ’ ανέμου τη μανία, τα παιδιά.

Ο Μπάρμπα Γιώργης ήτανε μέθυσος, σκληρός πολεμάρχης
Που έστηνε ζεύκι στους ξένους και τ’ ασκέρι του πεινούσε .
Αγνάντιο του Κριεζώτη το δάσος, ηχηρός διέταζε
Τον καλούσε με αίνους, για κρασί και σε μάχες τον παρακινούσε.

Ουχ ήττον, ο τσιφλικάς, έκαμε το καθήκον του, έκτοτε
Π’ ανέλαβε να σώσει τούτο το χωριό, φρουρός ακοίμητος.
«Ωσάν κυπαρισσάκι στο λόφο αγρικάς, των κατοίκων
Να τους σώσεις από κακό μεμέτηδων, σαν απολέμητος».

Οι αντάρτες, σίμωναν, σαν τους έπαιρνε μοσχοβολιά
Απ’ το ψωμί – σιγά το στάρι που ‘χε, ίσα με δυο ρίζες
–για το ζυμάρι - να καρδάμωναν, να φάει κι φαμελιά
κι αν απομείνει ‘κανα ψίχουλο θα σκεπαστεί με πλερέζες.

Ως το επόμενο ζακόνι, που ο γέρος, θα σφάξει ζωντανό -
Αλλά είκοσι νοματαίοι που να χορτάσουν, μια οκά
–Κι αν μιλούσανε, θα τους έπαιρνε στην πιλάλα, ωσάν καβδιανό
Να ματώνει στο ξύλο, μα τούτος τα παιδιά του – ζοχαδιακά.

Σούρουπα, πήδαγε το μάνταλο, με κλεφτόπουλα εόρταζε
δυο οκάδες κρασί του τσιφλικά επίνανε στην καθισιά
και μ’ ένα τσέμπαλο και με φωνή, αντάρτικα λόγια έσταζε
ως την αυγή πριν ξυπνήσει, να ‘ναι στα κτήματα στην εκκλησιά.

Τα γόνατα παγωμένα μαβιά, μες τα νερά κυλιόντουσαν
Να βγάλουνε καρπό, να φτιάξουνε καμιά μπομπότα
Και της έλεγε, η φτωχιά μάνα της: “παιδάκι μου πονίδια
"Θα ‘ρθουνε" κι αυτή έζευε τ’ άλογα, μ’ ούτε ιδρώτα.

ΑΠ' ΤΑ ΚΙΤΑΠΙΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΟΥ ΜΕΡΟΣ Α'

ΜΕΡΟΣ Α’

Γιατί δε θυμάμαι το φως εκείνο;
Εις την φασκιά, όνειρα υφαίνανε
Να γίνω, με παράσημα δασκάλα
Να έχω κι ένα παλάτι να μείνω.
Ητις γοργά θα (την) προξενεύανε
Σε κάποιο προάστιο της Αθήνας
Ηγερία κυρίου - Εξ Ευβοίας.

Μαγιά το χώμα - Αιγαίου αρμύρα
Ογραίνει την ψυχή – φτιάνει τη μοίρα
Υετός σε ζώνει: «Κολύμπα βαθιά».

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠ' ΤΑ ΚΙΤΑΠΙΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΟΥ







ΜΕΡΟΣ Ε'

Στην πρώτη φωτεινή αχτίδα
Που τρύπωσε αβρά στο βλέμμα
Στο χασμουρητό μου εκείνο ¨
Βρήκα πατρίδα κι ηλιαχτίδα.
Και μ’ ένα δάκρυ μου συνάμα
Είδαν ν’ ανοίγει βλεφαρίδα
Και στήσανε χορό σ’ εσπερίδα.



Γλυκά μασάλια κι αρώματα
Από Χαμομήλι και κερήθρα
Μύριζε η μικρή κοιτίδα.
Όλου του ήλιου χρώματα
Ανταύγειες ψυχής – αρμυρήθρα ¨
Φως την ποτίζω, αυτή νερό
Στ’ άσπρο περιγιάλι, φεγγερό!

Χιονούλες κορδέλες στα μαλλιά
Με ρόδινα φιογκάκια πάνω
Αγκαλιά με ουράνιο τόξο
Στου Σεπτέμβρη την αμυγδαλιά.
Πιρόγα στ’ όνειρο, υφαίνω
Με εισιτήριο για την Εδέμ
Μα χάνεται ‘δω η Βηθλεέμ.

Άσκιαχτα όνειρα σ’ ατραπούς
Της ήβης – και μετά θάλασσα.
Που ‘σβησε δέκα κι οχτώ κεριά ¨
Να κολυμπήσω σε χαλεπούς
Καιρούς π’ ανοίγουνε ρυτίδες
Και μοιάζουν σαν πυγολαμπίδες.


Τελείωσε το παραμύθι!




ΜΕΡΟΣ Ξ'


Σ’ ένα εφηβικό λημέρι
Δύο μάτια, μαβιές, θάλασσες,
- Πνίγομαι, σώζομαι -
Στων χειλιών σου το αγιονέρι.
- Στις λιμνοθάλασσες -
Που μου έχτισες αντίκρυ…
- Έξοδος! –
Απ’ του έρωτα μας, τα τείχη.

Ένα κλαδάκι αγριομέντα
Σου προσέφερα στην εορτή
Ντυμένη (λευκή) ήσουν νύμφη
Κι απέσπασες τα κοπλιμέντα.
Τούλια υγρά, μετάξια, ορτή
Κι λύρα πενθούσε λυρικά
Σαν μπήκαν τα τζοβαϊρικά.

Ένας τηλαυγής (γέρος) φάρος
Στ’ αντίκρυ, έρμο ακρωτήρι
Είχε μάθει όλα (τα) μυστικά
Που άκουγε κρυφά ο σπάρος.
Καρύδια – μέλι το ποτήρι
Ένα δάκρυ μου, τα πικραίνει
Κι αγάπη σου ξεμακραίνει.

Φθαρτή, συ σκιά, μείξης χώμα
Λαχτάρα! σαν σ’ έλουζε βροχή
Οι άνθολεμονιές ξοδεύανε
Μύρο - σ’ αλείβανε το σώμα.
Ζήλο ένιωσε η εποχή
Π’ ανθίζανε πανώρια κάλλη
(ο) ήλιος, στεφάνι, σου ’χε βάλει.



Μα συ σκιά, ήσουν πυράδα
Ανήσυχος ύπνος στην κάμαρη
Και ξωτικό, διψαλέου νου
Ηδονή νογώ - τη λυγεράδα .
Σε ξέβαψαν τα χρόνια, λιόχαρη
Σαν την θάλασσα που ξεβγάζει
Φύκια, λασπόνερα στα βράχια …

Και ρότα αλλάζει.

Μια αχυροκαλύβα στο δάσος
Δίπλα στο ποτάμι, στο φαράγγι
Με οίστρο φεγγίτη κι αέρι
Και πλούσια ψυχή σαν Κροίσος.
Μόνο την τέχνη να ‘χω ανάγκη
Παρέα με δύο σπουργίτια
Κι ένα κρασί μπρούσκο στα κανάτια.



Σε ονειρεύτηκα ζωή
ΑΠΛΗ!

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 17 ΙΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ 21:00 μ.μ.
ΤΟΠΟΣ: ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΑΘΕΝΩΝ
ΕΙΣΟΔΟΣ: 5 €

Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ "ΦΛΟΓΑ" ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΧΗΜΑ UT DES Σας περιμένουνε να ενώσουμε τις δυνάμεις και να προσφέρουμε ΕΛΠΙΔΑ και ΖΩΗ στα παιδιά.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

ΑΠ' ΤΑ ΚΙΤΑΠΙΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΟΥ (Μπορείτε να βρείτε: http://forum.kithara.gr/index.php?topic=73820.0)

ΜΕΡΟΣ Λ’
Στην σκοτεινή την νυχτιά
Π’ αστρί δεν κατέχει
Μόνο φεγγάρι ορφανό
Όλη τη γη να τρέχει.
Κι αν το καλό κοιτάξεις
Δυο φεγγάρια θα δεις
Μπολικαίνει το ‘να
Μαγεία, δίχρωμης, στιγμής.

Παρωχημένους χρόνους
Πασπαλίζω την ταυτότητα
Μα αναπνέω στην χαραυγή
Να υφάνω την οντότητα.
Με την συλφίδα του ονείρου
Κουρνιάζω στην κούνια μου
Να ηχήσει μειλίχια το άσμα
Που μου ‘λεγε η γιαγιά μου.

Με το ζαρίφικο σάλι στους ώμους
Μ’ είχε γαλουχήσει
Και την ορμήνια της πάντα άκουγα
Στις τρικυμίες να με ηρεμήσει.
Κοφίνια με μούσμουλα
Αχνά αγέρια του Απρίλη
Τα χείλη της ανάγκης αγγίζουν
Με τ’ ακροδάχτυλα της μνήμης
Μου λεν – μου θυμίζουν.

Το κολιμπρί, ποτέ, δεν σίμωσα
Μόνο απ’ τις δικές της ιστορίες
Κάτω απ’ την ασημένια λεύκα
Που ‘χα περίσσιες απορίες.
Και μου ‘δειχνες και κοίταζα
Τις ισόμορφες πλαγιές
Με τις οικίες τις πετρόχτιστες
Κλέβανε τις ματιές.

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΗ - ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ



To Μουσικό σχήμα (έντεχνου - ροκ) και ο Σύλλογος ΦΛΟΓΑ "Γονείς Παιδιών με νεοπλασματική ασθένεια" σας προσκαλέι 17 Ιουλίου και ώρα 21:00 μ.μ. στο Γυμνάσιο Καθενών σε μια εκδήλωση για την μνήμη "ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ"

Και για τα παιδιά που χρειάζονται να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να τους προσφέρουμε ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΖΩΗ.

Με την φιλική συμμετοχή του ΔΗΜΟΥ ΔΙΡΦΥΩΝ και του ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΑΘΕΝΩΝ Και με ΧΟΡΗΓΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ τον καλύτερο ραδιοφωνικό σταθμό του νησιού μας ΣΟΚ FM 104,8 ενώνουμε τα χέρια για μια μη κερδοσκοπική μουσική παράσταση με πολύ μουσική, συγκίνηση, εκπλήξεις.

ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣΥΝΘΕΤΗΣ "ΤΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ" που έχει το μουσικό πανδοχείο στην ΣΤΕΝΗ ΔΙΡΦΥΩΝ. Τραγουδούν στους UT DES, o ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΩΜΑΣ και ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΒΑΣ με την πλαισίωση 7 μουσικών και την αμέριστη συνεργασία του κυρίου ΤΑΚΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ.

ΤΟ XALKIDA-CITY στηρίζει αυτή την ανθρώπινη κίνηση και θα την υποστηρίξει την βραδιά της εκδήλωσης αλλά και στην αναζήτηση ΧΟΡΗΓΩΝ. Η βραδιά θα ανοίξει με την παρουσίαση του προγράμματος και την απαγγελία ποιημάτων - φόρο τιμής στην μνήμη των παιδιών της περιοχής που χάθηκαν, θα ακολουθήσει η μουσική παράσταση. ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΕΚΕΙ... ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ...ΑΣ ΤΟΥΣ ΧΑΡΙΣΟΥΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ!

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

ΔΕΥΤΕΡΑ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ 2009 - ΣΤΑΔΙΟΥ 24 ΑΘΗΝΑ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ CAFE BAR

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΧΗΜΑ UT DES, ΘΑ ΠΑΡΑΥΡΕΘΕΙ ΣΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΙΑΝΟΣ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΟΛΟΥΣ...

Το kithara.gr, στα πλαίσια της ‘’Μουσικής Άμιλλας’’ (πλαίσιο δράσεων για την δημιουργία δυνατοτήτων για νέους δημιουργούς), σας καλεί σε μια βραδιά που συνδυάζει την μουσική, την ποίηση και τους στίχους του διαδικτύου, με την ενσάρκωση των ονείρων, τις βραβεύσεις των πρώτων και τις εναλλακτικές μορφές κοινωφελούς προσφοράς…

Η κεντρική παρουσίαση της εκδήλωσης θα ανήκει στην Καλλιόπη Βέττα, σε σκηνοθετική επιμέλεια του Βαγγέλη Πανταζή και ερμηνευτές τους Πόπη Αστεριάδη, Βάγια Παπαποστόλου και τους "Ut Des", Μιχάλη Θωμά και Δημήτρη Καραβά.
Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.
Χορηγός επικοινωνίας, θα είναι το “Love Radio” και ο μοναδικός, βραβευμένος Έλληνας ραδιοφωνικός παραγωγός με Grammy, κος Νίκος Γκαραβέλας.

Έναρξη: 8 μ.μ.
ΜΕΡΟΣ Α
1) Καλωσόρισμα: Καλλιόπη Βέττα.
2) Γ. Μεράντζας (συμβουλές για νέους δημιουργούς)
3) Βραβεία 1ου Δ. Στίχου από Θ. Καλλίρη
4) Θα ακουστούν μελοποιημένα βραβευμένα θέματα του 1ου Διαγωνισμού Στίχου. (1o & 2o ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΩΜΑΣ, 3ο ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΒΑΣ)
5) Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών Α.Π.Θ. (Νεοελληνική Μετρική - Αφιέρωμα σε Θρ. Σταύρου)
6) Πόπη Αστεριάδη (ερμηνεία )

Διάλειμμα με μουσική υπόκρουση από τραγούδι του kithara.gr

ΜΕΡΟΣ Β
1) Ανάδειξη του ‘’Ποιήματος της χρονιάς 2008’’ με Κριτική Επιτροπή τους:
α) Τάκης Ιωαννίδης (ποιητής, Αντιπρόεδρος Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών) β) Νικόλας Κολοκοτρώνης (ποιητής, συγγραφέας)
γ) Άννα Μοσχονίδου (ποιήτρια, συγγραφέας)

2) Μουσική (ΒΑΓΙΑ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ , ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΩΜΑΣ)

3) Παρουσίαση του 1ου Ψηφιακού Βιβλίου Ποίησης και παραχώρησης του στον Μ.Κ.Ο. ‘’το Χαμόγελο του Παιδιού ’’. Συμμετοχή του ‘’Μικρού Πολυτεχνείου’’ και Νίκου Ρεπούλιου.

4) Μουσική

5) Κλείσιμο της εκδήλωσης ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ UT DES
Ευχαριστούμε όσους έχουν εργαστεί για το στήσιμο της εκδήλωσης και σας περιμένουμε όλους!

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009


Μ ά τ ι α μ ο υ


Στην σκέψη μου απόψε το μόνο επιθύμημα
Τα μάτια σου που με σκιάζουν μια ζωή.
Στα πιο απόκρυφα βράδια μας, διήγημα
Τόσο μικρό μα αληθινό, όσο υπήρξαμε μαζί.

Απόψε βρήκα λίγο θάρρος και μελωδώ
Νότες φτιάχνω τα μάτια σου
Έχοντας ένα αστρί μοιασίδι σου, οδηγό
Να φτάσω στα σκαλιά σου.

Μάτια που αγάπησα πριν μισέψουν
Χρόνια λαχταρώ κάτι να μου γνέψουν
Μάτια που γνώρισα τον κόσμο μ’ ένα βλέμμα
Ψεγάδι δεν φορούσαν, αληθινά σαν ψέμα.

Σ’ ένα όνειρο, σου σκαγιαντάρω τις αισθήσεις
Τι έχει μείνει από μένα στο βάθος μυαλό σου;
Νιώθω τον ερχομό σου, ζω για να γυρίσεις
Εγώ, το πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού σου.

Σκαρφίστηκες στ’ ακροδάχτυλα μου
«- τηλεπάθεια !»
Με μια πένα την πιο ερωτική μπαλάντα
Εσύ καρδιά μου, εσύ η μούσα μου
Κι έτσι αληθινή θα ζεις μέσα μου πάντα!

Και δυο αγγελούδια ντουέτο με μια λύρα
Στον ουρανό αυτή τη μπαλάντα σαν ηχήσουν
Και σαν δυο σταγόνες κόκκινες στάξει το φεγγάρι
Χώρια ποιες καρδιές μπορούν να ζήσουν;

Μάτια που αγάπησα πριν μισέψουν
Χρόνια λαχταρώ κάτι να μου γνέψουν
Μάτια που γνώρισα τον κόσμο μ’ ένα βλέμμα
Ψεγάδι δεν φορούσαν, αληθινά σαν ψέμα.

Η Δική μας μουσική!


Μουσική & ερμηνεία: Μιχάλης Θωμάς


Ανάσες από «ρε» και φιλιά από «φα»
Αγκαλιές του «λα», συγχορδία ρε μινόρε
Στίχοι γεμάτοι από λόγια του «θα»
Και τρεις υποσχέσεις στ’ ακόρντα το ματζόρε.

Γράφτηκε απόψε η δική μας μουσική
Κάθε ελάττωμα μας και ακόρντο
Συγχορδία ελαττωμένη κάθε μυστική
Κίνηση στων ματιών μας το φόντο.

Έγραψα κάτι στη στιγμή
Χωρίς να θέλω να μοιάσω στους μεγάλους
Λιθαράκι στην δική σας μουσική
Δεν θα βάλω σαν όλους τους άλλους.

Απ’ τον ομφαλό της αντίστασης
Ξεπετάχτηκε μια γενιά
Την διαμαρτυρία της μουσικής κατάστασης
Μέχρι πρότινος την κλείνανε στα κελιά.

Κάνουμε απόψε τις κιθάρες μας πανό
Αγνοούμε τους νόμους σας
Φυγαδεύουμε τον επερχόμενο χαμό
Και δραπετεύουμε απ’ τους όρους σας.

Κι έτσι φτιάξαμε δικό μας χώρο
Να φωλιάζουν οι στίχοι και οι μουσικές
Μπορεί να μην έχουν εμπορικό όρο
Μα είμαστε στο χρόνο συνθέσεις ανθεκτικές.






Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Θέμα Χρόνου




Όλη τη νύχτα ήμασταν παρέα
Το ζεύκι μέχρι το πρωί
και μέσα στο πότο μπήκε μια ωραία,
ωραία στιγμή απ’ τη ζωή.
Ωραία στιγμή απ’ τη ζωή…

«Πάνε πέντε χρόνια αφημένο σε μια άκρη το μαρκούτσι
Κι μποτίλια που μανιπουλάρω σ’ αυτό το τσιμπούσι
Μοιάζει μ’ αυτή μες στα ρακάδικα που μας κέρναγαν
Με μέλι και ρακί βραστό τα χρόνια πέρναγαν.»

Η μια ξέχναγε να σταματήσει να γελά
Κι ο άλλος να της λέει σκηνικά τρελά
Η άλλη έλεγε «για το κρασί» στην υγειά
Και η Κάτια πάντα με ήρεμα μυαλά.

Είναι θέμα χρόνου
Να ‘μαστε μαζί
Στο θέμα χρόνου
Μια όμορφη στιγμή
Μια όμορφη στιγμή.

Και ν’ ακούγεται βαρύγδουπο το μπουζούκι
Κι εμείς ξανά, ξανά στο ίδιο λούκι.

Είναι θέμα χρόνου
Παρέα στο ίδιο στέκι
Στο «Θέμα Χρόνου»
Ώσπου ο ουρανός να φέξει.
Μέχρι ο ουρανός να φέξει.



Είναι γραμμένο για ένα μαγαζί στο Μεσολόγγι - Θέμα Χρόνου - για μένα και την παρέα μου στα αξέχαστα φοιτητικά μας χρόνια.

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Δυο μάτια που κοιτώ
Με αφοπλίζουν .
Άρωμα βανίλιας τα μαλλιά
Στα χέρια μ’ ανεμίζουν.

Όλο το βάθος της ψυχής
Δεν το κατέχω
Δίπλα σου μαθαίνω
Δίπλα σου αντέχω.

Σαν όρκο αιώνιο
Βλαστάρι του βλαστού μου
Η μόνη ανάγκη
Που ‘χα του κορμιού μου.

Η μόνη αγάπη της ψυχής
Το πρώτο δάκρυ
Που τρύγησε τη θηλή
Και κατίσχυσε τα βάθη.

Είναι ο θυμός δειλός
Στην μελωδία της φωνής σου
Το μίσος αδέσποτο
Στην λιακάδα της ζωής σου.

Είσαι μέσα μου πληγή
Ματώνει από φόβο
Τρέφεται απ’ την χαρά
Και κλείνει στην μοναξιά.

Δεν είναι ζωή το χθες
Ζωή είναι το τώρα
Ζωή είσαι εσύ
Το φως μου εσύ
Η γέννηση μου εσύ.


Γεννήθηκα για σένα….

Ιδιόχειρο Θώρι!

Σου έστειλα λουλούδια και μια κάρτα:
«Η αγάπη μας νοσταλγία σε στιγμές
Που δεν προλάβαμε ν’ αγγίξουμε
Γιατί νομίζαμε πως ήτανε μικρές.»

Σε μελέταγα εψές μες το καφενείο
Άσκοπους κύκλους έκανε ο καπνός
στα κόκκινα μάτια απ’ το κρασί
Κι ο χρόνος στεκότανε γυμνός.

Δεν ήταν η απόφαση κοινή
Ήταν η απόσταση που διάλεξε
Χρώματα στ’ όνειρα να βάλει
Και τα δικά μου απ’ τα δικά σου άλλαξε.

Δεν είναι η αγάπη έννοια ανόμοια
Θέλει χάδια παρόμοια
Θέλει φιλιά όμοια
Και θέλει βήματα με όρια.

Του Έρωτα και της Αφής


Στο κορμί σου παίρνω μορφή
Με βαφτίζεις «δική σου»
Δεύτερη μου φύση είναι η αφή
Χαϊδευτικά με λες «ζωή σου»

Γεννήθηκα σαν φυσαλίδα
Στο θώρακα σου πάνω
στα χέρια σου σαν μικρή κηλίδα
με κρατάς, με προσέχεις, ανασάνω!

Του έρωτα και της αφής
Κορμιά και ζωές μαζί
- Σου λέω σ’ αγαπώ
- Μου λες ξανά να το πω
Σ’ αγαπώ !
- μου λες σ’ αγαπώ
- ψιθυρίζω «κι εγώ»
Λόγια του έρωτα και της αφής

Στο λαιμό μου η πιο γλυκιά γουλιά
Στα χείλη σου επάνω η στράτα μου
Και βγάζω φτερά, φτερά απ’ τα φιλιά
Πετάμε εγώ συλφίδα κι εσύ ιππότης μου

Συλλήβδην, σου ξανά λέω τι νιώθω
Αγκαλιά ως το πρωί – τα φώτα φυγαδεύσαμε
Τρέμω γλυκά, τρυφερά θαρρώ από πόθο
Στιγμές μας «του έρωτα και της αφής» αγαπήσαμε

Ο έρωτας σου
Απ’ τον έρωτα σου
Για τον έρωτα σου
«ζω»
Ένα φιλί σου με πλησιάζει
«ζω»
Και θέλω να σου πω
- είμαι δική σου
Δική σου «ζω».
Στα άδυτα του κορμιού σου πορφυρό μελάνι εγώ
Χύνομαι κι αφήνω δυο γράμματα «Ζ» «Ω»

Βιογραφικό της Κοινωνίας

«Ολόκληρη η κοινωνική ιστορία δεν είναι
τίποτε άλλο...Παρά η πάλη των τάξεων.»
Κάρλ Μαρξ




Συντροφιά μου φέρανε να έχω
Μια κούτα με βιβλία
Σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό
Να μάθω για τη φιλία…
Δεν ήμουν μόνος, ένιωθα μοναξιά
Μες την παραίσθηση τα ‘βλεπα σωστά
Ότι είχα φίλο, να κλάψω μια αγκαλιά
Μα αυτός με πότιζε ποτά.

Σ’ ένα μήνα μου έφεραν άλλους δυο
Αλκοολικούς, θα ‘ταν στα σαράντα
Μου βγάλανε παρατσούκλι, μ’ έλεγαν «γιό»
Κι είχα μια ελπίδα, μια αβάντα…
Τους άκουγα τη νυχτιά να κλαίνε
Να ουρλιάζουν μ’ αυτό που κυβερνά
Ένα κόσμο ακυβέρνητο που καίνε
Δυο ουσίες κάποιος να κερνά.

Ποιος είναι αυτός που δεν άκουσε παραμύθι
Και δεν είδε ποτέ εφιάλτες;
Να ‘ρχεται η ζωή τρομαγμένη στο παραθύρι
Σαν όνειρα κακά γεννήκαν κράχτες.

Στίλβει η αδικία στα μάτια μου τα πρησμένα
Τον οχετό του λόγου μου δεν μπορώ να κλείσω
Με όσα πέρασα και βίωσα όλοι τα ‘χουν ξεχασμένα
Μα γίνεται το δίκιο αγχόνη για να σβήσω.

Κι όταν πιο κάτω δεν θα υπάρχει παρά το τίποτα
Θα Θυμάμαι λόγια που μου έδωσαν στερνή χαρά
Αυταπάτες που με σείρανε εδώ, ανύποπτα,
Μυαλά ποτισμένα - μεθυσμένα στο παρά/
Μα γιατί παραμένετε κομπάρσοι αυτού του παιχνιδιού;
Όλοι έχουν ένα ρόλο μα πάντα εσείς τον ίδιο
Δείκτες σπασμένοι στο χρόνο πεταμένου ρολογιού
Ζάρες απ’ το φεγγάρι, άγνωστοι στον ήλιο.

Ο πυρετός μου την νύχτα κοπιάζει σ’ ανηφόρες
Κι οι μοίρες κομπάζουν με παράστημα εμπρός μου
Αγκομαχούν τα λόγια μου – στακάτες προφορές :
« τι ήρθα να μάθω και τι να πάρω πες μου.
Έφτασα καθαρός και τώρα βγάζει λέπρα το πετσί
Σ’ ένα κόσμο που πάει προς τα πίσω»
Πνίγει τα όνειρα, τον κρίνο βάφει μαβί
Θα νοιαστώ άραγε τι εδώ θ’ αφήσω;

Ποιος είναι αυτός που ήρθε δίχως πόνο;
Και δείξε μου ποιος έφυγε δίχως δάκρυ;
Μπόρεσε κανείς να συμμαχήσει με το χρόνο;
Ή να ακουμπήσει του κύκλου κάθε άκρη;

Πεσιμιστική αντίληψη στο νου ισοπεδώνει
Βαρέθηκα το «πρέπει» βαρέθηκα το «μη»
Σε βολεψάκιδες αυτή η κοινωνία στρώνει
Τόσοι πολλοί που δεν χωράει η γη.

ΑΥΡΑ




Μια απόγεια αύρα, ένας μπάτης
Χορεύει στα μαλλιά σου
Στο τίναγμα σκεπάζεται ο χάρτης
Με τα σγουρά χρυσαφιά σου.

Σαν μαλλομέταξο με άγνωστη αφή
Γέννημα, μπέη χωρικού
Με την αγέρικη μορφή
Και τα καστανά τα μάτια σου.

Αύρα της ψυχής που δροσίζεις την εφηλίδα
Της παιδικής μου Άνοιξης
Την είχα λησμονήσει σε μια ρυτίδα
Σαν μου κλέψανε την ιδέα της νιότης.

Τα χέρια μου μαχαίρια
Δεν θα σ’ αγγίξουν
Το κορμί μου χώμα
Τα βήματα σου ας το πατήσουν.

Μόνο τα ματιά σου, στην γη αυτή, να ζήσει
Το φως που μου ‘δωκες να μ’ αναστήσει
Προτού η ανάσα στο βοριά μ’ αφήσει.

Κι όλα τ’ ακούσματα τα ξέχασα
Με τη φωνή σου τη σιωπή έσπασα
Ένα δάκρυ την δίψα μου πότισε
Και την ζωή μου όρισε.









Ο Ηρώδης.



Με κυνηγάνε βήματα στα όνειρα
Ξυπνώ, με κυνηγάει η ζωή
Φακελώματα, παραστάσεις του Ιούδα
Κι εγώ να τρέχω να γλιτώσω το φιλί.

Κρύος ιδρώτας μάχεται στο μέτωπο
Δυο χέρια να με τραβάνε στο παραβάν.
Εγώ ενάντια, πιστός στην αντίδραση
Με δυο γραμμές φτάνω Ταϊβάν.

Πολυνομία, στρατιώτες υπακοής
Με παράθυρα δίχως εφαρμογή
Φαλλοκρατία υποτιθέμενης τιμής
Με το «θα» και μετά οργή.

Οι φάμπρικες γιορτάζουν με καπνό
Διαδηλώσεις, φωνή που πυροβολούν
Μα εγώ θα φωνάζω σε εξέδρα ουρανό
Και τα συνθήματα μου θα σας γελούν.

Δεν σας πληρώνω για να γεννήσω απογόνους
Ηρώδης δεν υπάρχει, υπάρχετε εσείς
Λεγεώνα θα γίνω, θα σας βγάλω στους δρόμους
Να δείτε πως είναι η παρακμή
Πως είναι να μισείς.

Κατεστημένες αντιλήψεις π’ οδηγούν στο τέλμα
Τελώνη που αποφασίζεις για το παιδί μου
Θα γίνει λύκος την αυγή, στις όχθες σου στο ρέμα
Άσε τον αέρα, βαλ’ το στα πόδια, η γη δική μου.

Η γη δική μου
Του παιδιού μου
Του παιδιού σου
Των παιδιών τους.

Μην με ρωτάς

Κρύφτηκε σαν σκιά πίσω απ’ τα πεύκα
Στα ξεγυμνωμένα φύλλα, η συνήθεια.
Λευκή γυναίκα, λυγερή σαν λεύκα
Που τους σιωπά, θάρρος και αλήθεια.

Πνιγμένη ανάσα με ψεύτικους σωτήρες.
Μια μαύρη θάλασσα την έκαμαν να μοιάζει
Με πορφυρές φυσαλίδες είναι οι κηλίδες
Την αυγή θα γεμίζει και την δύση θ’ αδειάζει.

Μην με ρωτάς που την ξοδεύω τόση σιωπή
Σ’ ένα φως που τρέμουν τα σκυλιά
Σε μια αδιάφορη στα μάτια μου γιορτή
Σ’ ένα απόσπασμα που σου ‘πα με φιλιά.

Μην με ρωτάς που την ξοδεύω τόση σιωπή
Μην με ρωτάς που την ξοδεύω τόση σιωπή
Δεν σε ρωτώ που ξοδεύεσαι εσύ
Μην με ρωτάς που ξοδεύτηκε το μαζί.

Κιτρινίσανε τα σεντόνια στην προσμονή
Ν’ ακούσω μια αλήθεια, αζαλέα της άνοιξης
Καθώς θα φυτρώνουν τ’ άνθη της στη ψυχή
Θα τα ποτίζω με το δάκρυ μιας άπιστης.












Στα Καπηλειά...


Μουσική & Ερμηνεία: Μιχάλης Θωμάς



Σε κατώγια κάποια καπηλειά
Που πίναμε λευκό κρασί.
Έγινε η ζωή μας μια σταλιά
Κρασί που ήπιαμε μαζί.

Κι όταν τα σεκλέτια γίνονταν βραχνάς
Παράγγελνες το ίδιο το τραγούδι
Μέχρι το ποτήρι να σε κάνει να ξεχνάς
Να παραπατάς μες το σκοτίδι.

Σαν δυο ξόμπλια στα ταγάρια
Στο τοίχο του καπηλειού
Και σαν ξωτάρικα κελάρια
Απόσταγμα γίναμε σταφυλιού.

Στο Βασιλάδι έλεγες πολλές φορές
Με μια βάρκα να σε πάω
Ύστερα σου ερχόταν να θες
Πάλι κρασί να βγάνω.

Τ’ απογεύματα τα βγάζαμε στη λίμνη
Τάχα για χέλι πήγαινες
Μα κρασί ψαρεύαμε το δείλη
Και στο καπηλειό το κένωνες.

Μεσολόγγι!



Στα βαλτονέρια σε μια λίμνη αρχόντισσα
Πετούν κουνούπια και γλιστράνε χέλια
Σε μια πόλη γεννημένη των Θεών η κόμισσα
Που ηρώων ζωές βαστάει στα δυο της χέρια.

Σαν ζυγώνει το λιόγερμα στο λιμάνι
Και στα νερά απλώνεται μαγεία
Ο Άρης καρφώνει τη μέρα με δρεπάνι
Κι Αφροδίτη στο φεγγάρι κάνει θητεία.

Πατρίδα της γνώσης μου
Γλυκιά πατρίδα
Να ζωγραφίσω την εμορφιά σου
Την εμορφιά σου σε μια πυξίδα.
Να βρίσκουν δρό – Να βρίσκουν δρόμο οι ξένοι
Στο άστρο του ονείρου μου να πέφτει φως.
Να μορφωθούνε τα παιδιά στον πολιτισμό σου
Γλυκιά πατρίδα το λίκνο της ζωής!

Δίπλα στο άγαλμα του Παλαμά
Παίζουν παιδάκια με ποδήλατα
Σ’ αυτή την πόλη που ξέρει ν’ αγαπά
Και κατέχει νικηφόρα ιστορήματα.

Σε κάτι πεζόδρομους με πλάκες και πετράδια
Καθαρόαιμα άλογα σε μια γιορτή κάνανε πορεία
Και κάτι ιστορίες στα πεζούλια λέγαμε τα βράδια
Αχ! Άγιε Συμεών με νταούλια ευλογημένη ιστορία.

Λευκό Μητρώο



Το φως που έρχεται στη γη
Καταγράφεται με αριθμούς
Στης Ρέας το ναό
κατάλογο το λαό .

Λευκό πανί σου χαρίζουνε
Κι ως το τέλος θα το βάψεις
Είναι οι υποσχέσεις που τάζουνε
Και πάντα θες να κάψεις.

Αλλάζω τροχιά και σκίζω χαρτιά
Συμβολισμούς και νούμερα.
Σε ορισμούς και κείμενα
Να γίνω εγώ προστάτης
Ένας ιππότης ποιητής
Και στην αγάπη φοιτητής.

Έτσι ονειρεύομαι το λευκό μητρώο
Δίχως αριθμούς, μόνο στίχους
Για αγάπη, ζωή να μιλάνε
Και στο μεθύσι τους να γελάνε.

Δεν μπορώ γραφειοκρατίες
Και δήθεν ταμίες με αιτίες
Στα χαρτιά που μας γράφετε
Κάθε πολίτη θάβετε.

Μα κι εγώ με την σειρά μου
Σας γράφω
Κι αλλάζω τροχιά.


Αλλάζω τροχιά και σκίζω χαρτιά
Συμβολισμούς και νούμερα.
Σε ορισμούς και κείμενα
Να γίνω εγώ προστάτης
Ένας ιππότης ποιητής
Και στην αγάπη φοιτητής.

Το μόνο σύμβολο που αποδέχομαι
Είναι το εικοσιένα
Κι αυτό δεν μπορεί ν’ αλλάξει
Ούτε για σένα ούτε για μένα………………..
Ψυχή μου!

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Θυμάμαι το χωριό!

Θυμάμαι την γειτονιά μου
Που μύριζε φρέσκο ψωμί
Παιδιά που παίζανε σβόλους
Στην πλατεία Κυριακή.

Θυμάμαι την γιαγιά μου
Που με τράταρε κυδώνια
Ήθελε να φτιάξει γλυκό
Να κεράσει τα αγγόνια.

Τώρα σ’ αυτή τη πόλη
Με κουράζουνε τα τρένα
Οι περαστικοί που τρέχουν
Και το νοίκι να πληρώσω ολοένα.

Πως με το παιχνίδι μεγάλωσα
Και με τη λύπη σκάλωσα;

Θυμάμαι τις γιορτές στο χωριό
Που ανάβαμε φωτιές
Και χορεύανε νέες κοπέλες
Με φιγούρες και γητειές.

Θυμάμαι την άνοιξη
Στα πλατάνια, την ποταμιά
Που τρέχαμε να βουτήξουμε
Ως του ψαρά την σκαλωσιά.

ΜΑΖΙ ΣΟΥ...
ΕΧΩ ΤΑΞΙΔΕΨΕΙ ΠΑΝΤΟΥ!
ΕΣΥ ΚΡΑΤΑΣ ΤΑ ΕΙΣΗΤΗΡΙΑ
ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙΑ.

ΡΟΜΠΟΤ


Κρέμονται γιρλάντες απ’ τον ουρανό
Ως την πιο απόμακρη την γέρι
Στολίζουν κάθε βλέμμα αληθινό
Φεγγίζουν τα σκοτάδια σαν αστέρι…

R
Κι εσύ άνθρωπε σωστέ
ψάχνεις την λεπτομέρεια
να φτιάξεις το τέλειο ρομπότ
με την δική σου ιδιοτέλεια…

κι όλοι σου λένε πως μοιάζεις με θηρίο
μα το τέλειο ρομπότ
δεν έχει πιθανότητα ούτε στο εκατομμύριο.


Κρέμονται άγγελοι σ’ του ήλιου τις ακτίνες
Κι εδώ στο ψέμα δεν μπαίνει καμιά
Στην γη αυτή που πατάς, οι ευθύνες
Χάνονται σαν αλήτικα κορμιά.

ΓΕΦΥΡΑ
Μέσα στα όνειρα σου γκρεμίζονται ρομπότ
Αυτά που δημιουργείς τη μέρα στη δουλειά σου
Κι εσύ σαν άνθρωπος σωστός θα πάρεις κι άλλα εργαλεία
Θα γίνει η ζωή σου ένας πυρήνας
Αχόρταγος θα θες να πιεις πετρέλαιο
Και για να μην σου το φάνε, θα τρως χρυσάφι…

R
Κι εσύ άνθρωπε σωστέ
ψάχνεις την λεπτομέρεια
να φτιάξεις το τέλειο ρομπότ
με την δική σου ιδιοτέλεια…

κι όλοι σου λένε πως μοιάζεις με θηρίο
μα το τέλειο ρομπότ
δεν έχει πιθανότητα ούτε στο εκατομμύριο.

Και εν’ τέλη έγινες εσύ ρομπότ
Να πανηγυρίζεις εσένα σαν μασκότ…

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

Σαν τα περιστέρια
Που γεννοβολούν ελπίδες
Μοιάζουν οι στιγμές.
Τι κι αν φυσούν τ’ αγέρια;
Τι κι αν μαραίνονται γιοφύλλια;
Στις μέρας τις ρωγμές.
Μια στιγμούλα μένει
Στο νου σου τη ζεστή βραδιά
Σαν σιγοπαίξιμο φύλλων στα κλαδιά
σαν μαΐστρος τα μαλλιά να μπλέκει
και μια θαρραλέα στιγμή μ’ ένα πουνιάλι
μου ψηφιδογραφεί αναμνήσεις στο κεφάλι.

Θα πιάσω μια στον αέρα
Και δυο στη γη
Στιγμές σε μια μέρα.
Θα πιάσω μια στο νερό
Και δυο στ’ αστέρια
Και μετά ας γίνουνε φτερό.

Ούτως ή άλλως οι στιγμές φεύγουν σαν τρελές
Αρκεί να τις επιθυμείς να μην μοιάζουνε δειλές!


Σαν τους γαλαξίες
Που σκορπίζουνε το φως
Μοιάζουνε οι στιγμές.
Τι κι αν οι νεφώσεις φέρνουν κυκλώνες;
Τι κι αν ηλεκτρίζουν οι βρεγμένοι πυλώνες;
Στου καιρού τις ρωγμές.
Μια στιγμούλα εκπορθεί
Το παρελθόν και το παρόν
Τις αναμνήσεις σαν οκά ζυγών
Κάπου να οδηγηθεί.
Και δυο οπισθοβατικές στιγμές με σέρνουν
Στο παρελθόν και το παρόν μου παίρνουν.

Θα πιάσω μια στον αέρα
Και δυο στη γη
Στιγμές σε μια μέρα
Θα πιάσω μια στο νερό
Και δυο στ’ αστέρια
Και μετά ας γίνουνε φτερό.

Άτιτλο!

Στην αντάρα του πολέμου
άλλη μια βόμβα σκάει
και καθώς πέφτει στην γη
μια στάλα αίμα θα ξεραθεί...

Το αίμα θα γίνει ανθός
θα βγάλει ρίζα
και θα γίνει ένα δέντρο
τεραστίων διαστάσεων.
Το είδες; εγώ φοβήθηκα!

Στην αντάρα του πολέμου
στο φόβο της μετριότητας
ανθεί ένα χαμόγελο
για το μαντάτο που μου έστειλαν.


Μια νέα ζωή έρχεται να υποδεχθεί την απάθεια σας, την εξουδετέρωση της μετριότητας σας, την καθημερινή πάλη για την τελειομανία σας... που μόνο μηδαμινότητα μπορεί να είναι.

Κι εγώ σε μια γωνιά με σταυρωμένα χέρια... περιμένω.
Η εκμάθηση του "περίμενε"... η υποταγή στις αποφάσεις σας.

Κι εγώ στο κενό... περιμένω.

Καταπολεμώ την δίψα μου στην λειψυδρία...
Καταπολεμώ την πείνα μου στην έλλειψη τροφής...
Καταπολεμώ κι εσένα
Καταπολεμώ κι εμένα…
Και τι;

Κι εγώ σκυφτή φερμάρω τις φράσεις σας...

Κάποιος έγραψε... ότι το δέντρο τεραστίων διαστάσεων έχει απορροφήσει το 92% της χημικής ενέργειας...
Και τι έγινε…

…Ένα δάκρυ μου έπεσε στα φύλλα του. Το δέντρο με κοίταξε με παιδικό βλέμμα και μου είπε: "Με λύτρωσες... λύτρωσες και τον ανθό που έχεις μέσα σου". Τόσο αφοπλιστικά που ανατρίχιασα.
Και μια νέα ζωή ήρθε στον κόσμο...

για να μου δώσει την ώθηση "ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΩ".

Κυριακή, 31 Μαΐου 2009


Οι παπαρούνες βαφτίζουν το έρημο λιβάδι
Με λίγο λευκό από ένα μικρό κοπάδι
Η μουσική απ’ τα κουδούνια
Κι απ’ τα κουκουνάρια
Οδηγεί τον βοσκό στα μονοπάτια.
Κουλάκο πιάσε τον αυλό, να μαγευτούν τ’ άνθη
Να φτιάξουμε γλυκό ‘ παπαρούνα με σιρόπι.
Να ‘ρθει η Μερόπη να τις λιάσουμε στο περιβόλι
Να δέσει σαν τραγουδήσει το μπιρμπίλι.

Μπρε! Άσε τα οφίκια
Και κοίτα τα καΐκια
Απόψε τη νύχτα
Τα δίχτυα ρίχ’ τα
Να πιάσουμε δυο χέλια
Ν’ αρχίσουνε τα τέλια.

Τέλος Τα Ψέματα!


Κολύμπησαν οι αλήθειες στα πιο βαθιά νερά
Κι εσυ σωπαίνεις στο βαρκάκι
Δακρύζεις στο σοκάκι
Με μάτια ένοχα ζητάς φτερά.

Ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης;
Καμπόσοι αγύρτες κι ένα προφήτης
Μιλάνε για αλήθειες.

Θηκάρι άδειο βαστάς στη ζώνη
Ούτε η σκιά δεν ειν’ τόσο κρυφή
Ούτε η σιωπή τόσο βουβή
Όσο εσύ!

Τέλος, στους ξερόλες που υποδύθηκαν το ψέμα
Τέλος, στα θύματα που δακρύζουν από συνήθεια
Τέλος, στα λόγια τα μεγάλα που απάτησαν την αλήθεια
Τέλος, στις αγάπες που δεν μάθανε ν’ αγαπούν
Τέλος, στα χείλη που βάφονται για να γελούν.

Τέλος…..

Πασίδηλος κι ανέραστος, μη με ζυγώνεις
Τις υποσχέσεις τις άφησα σε σένα
Δυο όνειρα έκανες, κλεμμένα από εμένα
Και μην ζυγώνεις…

Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Ευλογία


Είν’ το παιδί ευλογία που ραίνει η φύση
Με βαθυγάλαζα όνειρα¨
Στα μπάρκα των πλειάδων,
Στα δάση τ’ άγρια, που λαχταράω.

Στις χούφτες μου ψωμί ιερό
Φωλιάζει στα στήθη¨ αμίαντη ζωή,
Ουράνιο τόξο, επαγγελτή θεά
Της άνοιξης, η πρώτη γλυκιά αυγή.

Το σώμα μου ρίζα, ο ήλιος το ζυγώνει
Η αγάπη μου καρπωτής.
Και μια υφάντρα που ελπίζει
Πως θα ‘ναι μοίρα κι οδηγητής.

Αειθαλή μου μυστικό,
Ανείπωτο σαν τάμα.
Στον ίσκιο της φυλλωσιάς σου, ένιωθα την σκιά
Μα δεν έβλεπα, δεν γνώριζα,
ήταν η
Γεύση άγουρη – η οσμή ξινή
Ωσότου,
Ξύπνησα στην άφρη που κολύμπαγαν αχτίδες
Και θησαύρισα σπόρους ηλίανθου
Που τους βάστηξα γλυκά, τρεμάμενα στα δυο μου χέρια
Κι αγαλλίασε η ψυχή μου.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009





Οι Ut Des band με την φιλική συμμετοχή του Δήμου Διρφύων και του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Καθενών, 17 Ιουλίου 2009 διοργανώνουν μουσική βραδιά για την ενίσχυση του Συλλόγου "Φλόγα" Σύλλογος Γονιών παιδιών με νεοπλασματική ασθένεια. Στο Γυμνάσιο Καθενών. Η εκδήλωση είναι ακόμη σε εξέλιξη. Θα ανακοινωθεί σύντομα ενημέρωση για την προπώληση εισητηρίων, ποιος μεγάλος καλλιτέχνης θα είναι κοντά μας και το πρόγραμμα της εκδήλωσης.


Σάββατο, 23 Μαΐου 2009


Ανοίγεις τα μάτια¨
σκουντάς την πόρτα...
Όνειρα ανατέλλουν
ορίζοντες ελπίδα!
κι ποίηση μου, έχει τ' άρωμα σου.

Γράμμα σε μια φίλη!




Τα λόγια μου φαλτσάρουν
σε δάκρυα χορδές
ένα χαμόγελο σκιτσάρουν
σε όμορφες στιγμές.

ένα βιβλίο της αγκάθα
μες το φάκελο το βάζω
με όνειρα μια αρμάθα
στο γράμμα αδειάζω.

όσα δεν έχω σ' άνθρωπο να πω
τα γράφω σε σένα,
μην με δάκρυα τα ποτίσω
και το αίσθημα αφήσω.

ότι με δάκρυ το ποτίζεις
είναι σαν να το λυγίζεις
απ' τον κορμό στην ρίζα
φύλλα γινήκανε γκρίζα.

κι αν το διαβάζεις βράδυ
νανούρισμα γλυκό¨
ακούμπα στο χαρτί το χάδι
να το νιώσω ως εδώ.

Υ.Γ. Έχει γραφτεί για την αγαπημένημου φίλη Κάτια Τ.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Χρυσό λαχούρι



Με το δρεπάνι οχτώ οκάδες στάχυ
Και δυο βδομάδες να το σέρνω απά στη ράχη
Ψάχνω να βρω μια βρύση – μια πηγή
Μια όαση στην έρημο, δροσερή σαν την αυγή.

Το γόνυ κοκκινωπό απ’ την ζέστη
Κι αντάρτες ‘δεναν με υφαντό την πληγή
Τα όνειρα είχαν ανατείλει πίσω απ’ το βουνό
Κι εγώ μπροστά του έμοιαζα ορφανό.

Χρυσό λαχούρι την νυχτιά
Να το κλείνω αγκαλιά
Να ‘χω κάτι να αγγίζω
Να μ’ αγγίζει.

- Απο μια ιστορία στον πόλεμο-

Εξομολόγησις υπό Μυρσίνας




Στο λάγνο κορμί σου ψηλαφίζω την δροσιά
Εσύ τα νιάτα βαστάς κι εγώ την μοναξιά.

Τ’ ολόγραμμα σου ένας αγρός με γεράνια
Που θέλω να ορμίσω σαν μποφόρ σε λιμάνια.

Τα μαλλιά σου μυρίζουν άνοιξη με μέλι
Μετάξι κι ορχιδέα φέρνει το αγέρι.

Ένα τάμα κρατώ στην χούφτα
Κι έναν όρκο που δε σου ‘πα.

Ένα βάρος ευχών στα πόδια
Από της χρονιάς τα ρόδια.


Πιστός κουρσάρος στο αγνάντεμα σου αρμενίζω
Κι από καλοκαίρι σε χειμώνα με το δάκρυ σου γυρίζω.

Στις άγνωστες μέρες σου, χαρά μου, οδοιπορώ
Από διαβατάρικες ματιές μην αλωθούν, ορρωδώ.

Της φλόγας σχήμα τα χείλη σου, να φυλακιστώ
Και στο ολόγιομο φεγγάρι για σένα να ορκιστώ.

Μια στιγμή




Αν είσαι το φως του κόσμου
Μια ανταύγεια μόνο μου αρκεί
Μια μικρή οσμή του δυόσμου
Κι ας όλα κρατήσουν μια στιγμή.

Αν είσαι τ’ ουρανού βροχή
Μια στάλα η δίψα μου να πιεί
Μια σταγόνα να λυτρώσει την ψυχή
Κι ας όλα κρατήσουν μια στιγμή.

Μια στιγμή πελώρια σιωπή
Δυο χείλη άγνωρα
Κινούν να ταξιδέψουν ΄
Πριν σμίξουν
Θα επιστρέψουν.

Αν είσαι της θάλασσας βυθός
Ένα ναυάγιο στα στήθη σου να γίνω
Ένας φάρος δικός σου οδηγός
Για μια στιγμή δίπλα σου να μείνω.

Αν είσαι της άνοιξης γιορτή
Μιας μέλισσας να πάρω τη μορφή
Κι από κορφή σε κορφή
Να φτιάχνω μια δική μας στιγμή.

- Για σένα που οι στιγμές μαζί σου΄, με ταξιδεύουν και με ηρεμούν.-

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Εγώ γράφω μόνο τις νυχτιές!





Εγώ γράφω μόνο τις νυχτιές
Μες το σούρουπο του Γενάρη
Εκεί που γεννιούνται οι ματιές
Κάποιου έρωτα κατεργάρη.

Εγώ σου έγραψα λόγια αληθινά
Μες την παγωνιά του χειμώνα
Αγνό μου ρόδο, χέρια αλλοτινά
Που άνθισα εκεί σαν ανεμώνα.

Εγώ γράφω μόνο για αγάπες
Που δεν γνώρισαν την αυγή
Για αβίωτους, άγνωστους χάρτες
Που τους κατέχει μόνο η σιγή.

Εγώ σου έγραψα στο μαξιλάρι
Μ’ ένα κοράλλι όλη τη ζωή
Και με ήπιες σαν κρασί θυμάρι
Για να μ’ έχεις μέσα σου πνοή.

Τσιγάρο απο τράκα!



Σ’ ένα μαγέρικο κλείστηκες δυο νυχτιές
Μαγνάδι φόραγε το χωριό το χιόνι.
Μέσα σε λεβέτια μαγέρευαν γριές
Κι έξω το λευκό να στρώνει.

Μ’ ένα κρασί αρχαίο ξεχάστηκε το κρύο
Και τραγούδια άναψαν την θράκα
«ο πόνος δεν πονάει όταν μοιράζεται στα δύο
Σαν ευχάριστο τσιγάρο από τράκα»

Ο πόνος δεν πονάει όταν μοιράζεται στα δύο
Σαν ευχάριστο τσιγάρο από τράκα
Μα οιμώζεις σ’ ένα απρόσμενο αντίο (Χ 2)
Σ’ ένα αντίο που άλλοι το ‘χουνε για πλάκα. (Χ 2)

Οινοβαφή τα μάτια σου απ’ το μεθύσι
Και το χιόνι έξω ακόμη πέφτει
Τι γίνεται όταν η ελπίδα έχει σβήσει;
Και τ’ όνειρο είναι σε χέρια κλέφτη;

Κόκκινο κρασί γιοματάρι κυλάει στο αίμα
Και τραγούδια άναψαν την θράκα
«ο πόνος δεν πονάει όταν μοιράζεται στα δύο
Σαν ευχάριστο τσιγάρο από τράκα»

Η ηώ



Μπλε σκούρο αντίκρισα το πέπλο
Κι ωσότου να πέσει ένα βλέμμα κάτω
Γινήκανε γαλάζια, αχόρταγα να το βλέπω!
Ομορφιά εξ’ ουρανού, στα μάτια κάνει σάλτο.

Και να! η ηχώ απ’ το νερό στον κήπο.
Φτερουγίζουν φυλλαράκια μες τη σιγαλιά.
Ζεύξη ηρεμίας κι αισθητικής γεννάτε
Κι αχνές μελωδίες ζώων – μόνη μιλιά.

Στην αυγή όλα κυλούν αργά
Γέννημα ονείρων!
Το λίκνο της ελπίδας
Ξεκίνημα προσδοκιών!

Σαν έρθει ο ήλιος κι απλώσει τις αχτίδες
- ο τόσο απαραίτητος ήλιος -
Ο ρυθμός γοργά θα τρέχει να προλάβει
Μα τι γυρεύει; μήπως τις ασπίδες:
Κι εκεί σ’ αυτές, μοναξιά να εκβάλει;

Και να! Ο Αίολος μαζεύει τους ασκούς
Έτσι άνεμα πορεύεται στο ξεκίνημα η πλάση.
Και να! Η στιγμή κάτι ν’ ακούς
Να μοιάζει αλήθεια αυτή η φράση.

Κι όταν τυλίγεσαι στ’ απόγειο της νύχτας
Ρίξε καημούς στα σκέλια των αλόγων
Να τους πάρει μακριά ο Ζέφυρος
Στον Κάμβλη και στις Λαιστρυγόνες να τους πάει.

(Κι ο Μορφέας ρωτά:)
- Γιατί η κιθάρα παίζει ακόμη λυπημένα;
(οι Μούσες απαντούν:)
- η Ηώ το βράδυ γράφει πικραμένα.

Σχοινι!



Ένας μονόλογος με την φύση
Κάθε ανατολή – κάθε δύση
Και μετά σιγή.

Ένας διάλογος με μένα
Για την απουσία και για σένα
Και μετά φυγή…

Ένας αντίλογος με την ζωή
Αυτή πράα - εγώ βοή
Και μετά πέρας.

Ένας υπόλογος στην ψυχή
Για την δακρύβρεχτη βροχή
Και μετά αέρας.

Ένας πρόλογος κενός
Χωρίς τίτλο αφενός
Και μετά τελεία

Ένας επίλογος μεστός
Κι ο καφές ακόμη ζεστός
Σαν εικόνα γελοία.

Κι εδώ στην αποσαφήνιση
Φωνή

Κι εκεί στην επαγρύπνηση
Υπολείπεται
Ένα σχοινί.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Στην Αγία Κυριακή



Άρωμα λεμονιού με γλυκά του κουταλιού, αέρας απαλός σα χάδι με τύλιγε αρώματα.
Χαιρόμουν τα πλατάνια που είχαν συντροφιά τόσο δροσερά νερά. Αγκάλιαζαν τις ρίζες τους με τόση τρυφερότητα, αγνά, τρεμάμενα σαν πρώτη επαφή. Η χαρά τους τόση, ανέμιζαν τις φυλλωσιές ως τα γιοφύρια. Στόλιζαν τους περαστικούς με μια βιαστική χειραψία. Τι όμορφη που 'σαι φύση! Αψεγάδιαστη χτίση!
Κυριακής Απογεύματα, στην Αγία Κυριακή, αγγίζαμε με τα ακροδάχτυλα, λίγο πάθος, λίγη ευχή. Λαχτάρησα ετούτη την ομορφιά, θέλησα νερό να πιώ, μια άγια φλόγα να δω, σαν κάρβουνο μέσα της να μπω. Να ξανά γεννηθώ...

Μια χαριτωμένη Συνοδός



Στα ενάλια βάθη, οι Σημίτες, κρύβουν το ατζάλι
Κι εσύ χαμένη, του κόσμου συνοδός
Μες την Πόλη, ενζενί οπαδός.

Τα πτιλώδη χείλη σου αβίγλιστα
Ροζέ απ’ του Αιγαίου την αλμύρα
σαν ραζακί κρασί που μ’ ασκέρι ήπια.

Μια χαριτωμένη συνοδό ερωτεύτηκα
Με τα όνειρα της εγώ δεσμεύτηκα
Σαν η ουσία να φεύγει απ’ το αλάτι
Σαν η αλήθεια να γίνεται απάτη.

Τον ταρτούφο του Μολιέρου διαβάζεις
Στην κάμαρα σου, με το λιγοστό φως.
Και σε Ιησουίτες μοιάζεις Θεός.

Μια Άνοιξη το τέθριππο ξεκίνησε
Φορούσες ένα καπέλο με βούλες και δαντέλλα
Απά στο μιντέρι ανέμιζες λευκή κορδέλα.

Σα να Φθινοπώριασε μου φαίνεται η λιακάδα.
Ο χρόνος είναι στα χαρτιά κι εγώ τα σκίζω,
Στο χθες κάθε μέρα να γυρίζω.

Δεν σιωπά η μνήμη της άγριας ζωής



Μια αρμαθιά χρόνια σήκωσα στην πλάτη
Ξενυχτισμένα σαν νυχτερίδες στη σπηλιά.
Μέστωσε η σκέψη μέσα σ’ ένα βράδυ
Κι έχει ανάγκη ν’ αποκρύψει τα παλιά.

Εδώ τραχώνι ειν’ η ρότα, σαν βράχος σκληρός
Που τον κατέχει η σιωπή κι λύσσα.
Έτσι βαστά ο νους βύθια αλμυρός
Κι εβένινη εικόνα μ’ απόχρωσις πίσσα.

Δεν σιωπά η μνήμη της άγριας ζωής
Ούτε το δείλι του λύκου η βοή
Όσο κρατά το φύσημα της πνοής
Κι όσο κρατά των δακρύων η ροή.
Δεν θα σιωπά η μνήμη της άγριας ζωής.


Απέτυχες κυρ – δάσκαλε με φιλοσοφίες
Ειν’ εκείνοι επαναστάτες με φλάμπουρα.
Της θαλάσσης καπανταήδες, με ιδεολογίες
που παν αργά σαν τον κάβουρα.

Και τα βυσσινιά ενθυμούμαι, τούτη τη κάδη
Εις το βασίλεμα του Τρυγητή τρέχαν τα κοπέλια
Να τα φιλέψει ο τσιφλικάς για να εμάθει
Πως του χωριού μαζεύτηκαν όλα τα αμπέλια.

Ενθυμούμαι και της γυναίκας μου τα μάτια
Στο κατόπι μ’ έχουνε χρόνια τώρα
Κι αν εκείνον τον Ιούλη γίνανε δυο κάτια
Η λάμψη τους, αλάργα της ψυχής τη μπόρα.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Της Σελήνης Τα Νεφελώματα!

Φιγούρα αρχαία λυγιέσαι, μονοσάνδαλη απά στα σεντόνια
Την άρμη σου δεν πρόφτασα, την γεύτηκαν τ’ αηδόνια.
Μόνο αεράκι της αυγής έμεινε , μόνο νερό στους βράχους
Κάτι γλυκά προσκυνητάρια σε ξεχασμένους σάκους.

Μες τα σπήλαια της Κύθνου σαν την Αφροδίτη
Με κύκνους, μαργαριτάρια κι έναν αποσπερίτη,
Συντάσσεις την ζωή σου με τόνο διαμαρτυρίας
Και στην αγάπη αποσιωπητικά αδιαφορίας.

Στις ρούγες της νήσου φυτρώνουν ροσμαρί
Και στα ξέμπλεκα μαλλιά σου φιόγκοι πορφυροί.
Αν είν’ η άνοιξη στο τέρμα, θα χαθεί η εικόνα
Κι αν ο έρωτας είν’ αέρι να του κάμω μια κρυψώνα.

Για τελευταία φορά, λικνίσου απά στα νεφελώματα
Ενθάδε κείται η νυχτιά στης μοναξιάς τα πατώματα.
Κι αν είν’ χίμαιρα το κολύμπι σου, νυμφαία
Στα δάκρυα μου συ βυθός και στην καρδιά ρομφαία.

Διαβατάρικα ονειρέματα της τρίτης εφηβείας
Των ερώτων μου μπάρκα, του «εγώ» απορίες.
Με ταξιδέψατε στης λησμονιάς τον πηγεμό
Με οδηγό της ανασφάλειας τον μάταιο ξοδεμό.

Σ’ έναν επίλογο, ο Νοβάλις, στέρησε απ’ το τέλος
Ένα φιλί που φύλαγα σε κούνια σα να ‘ναι βρέφος.
Κι οτι μου τάζανε γίνανε θάλασσα να πνιγώ
Σε νηνεμία και στο λιόφωτο να εκραγώ.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Δραπετεύουν!




Δραπετεύουν μες την αιθάλη δυο σπουργίτια
στα γκρίζα ράμφη τους στέκεται η αγωνία
και δεν πρόσεξε κανείς να ρίξει δυο σιμίτια
να ‘χουν κι αυτά στην φωλιά δικαίωμα στην ευγονία.

Δραπετεύουν τα πουλιά, τα δάση γίνονται έρημος
σκόρπια φιλιά από άνθρωπο που δεν είναι ώριμος.

Δραπετεύουν τα πουλιά, οι λίμνες γίνονται ατμός
κι ανάγκη της δίψας γίνεται λευκός καπνός.

Δραπετεύουν σε τούτη την ξέρα δυο κύκνοι
ψάχνουν να βρουν ένα νούφαρο να σταθούν
ίσως να βαφτίσουν την ελπίδα στον Ιορδάνη
προτού από καταπατητές να αλωθούν.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Αλκυόνη!


Ψάξε να βρεις στην βροχή
Μια μελωδία της ερήμου
Μια άγια προσευχή
Που θα λυτρώσει την ψυχή.

Σε ένα σεντούκι θα την βρεις
Μυρίζει μύρο και αγάπη
Κι όταν τον κόσμο θα λογχίζει
Ένας παλιός μύθος θα μας σαστίζει.

Ιέρεια ενός μικρού Θεού
Ενός παράξενου χρησμού
Υμνείς τον έρωτα που αλυχτά
Μ’ αυτός Καταριέται χέρια λυτά.

Τ’ αγιοκέρι σβήνει απ’ τ’ αγέρι
Και στις Πλειάδες ψάχνω το θαύμα
Ποιος είναι αυτός ο χρησμός των Αθανάτων
Που θα κλείσει για πάντα το τραύμα;

Μίσεψες στα χρόνια σαν χελιδόνι
Ρίζωσες στην ψυχή μου σαν ρυτίδα
Μα την αγάπη ακόμη δεν βρήκαμε
Κι ας άφησε στο βλέμμα μαβιά κηλίδα.

Αλκυόνη ήσουνα η αιτία του Αιόλου
Που οι ασκοί του ακόμη αγριεύουν
Έτσι μια μέρα όλοι μας θα γίνουμε πουλιά
Που του Γενάρη τις μέρες θα ημερεύουν.
Τις ηλιόλουστες μέρες του Γενάρη…


Γράφτηκε Ιανουάριος του 1999.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Περιήγησις

Σ’ αυτές τις χώρες κοντά στον Ισημερινό
Αληγείς άνεμοι πνέουν προς δυσμάς
Κι εδώ καλοκαίρι με ένδυμα χειμερινό
Έγινε ο βοράς νοτιάς κι ο νοτιας βοράς

Βικτοριανή σκέψη έγινες φαιά ουσία
Χαράμισες εποχές για να ‘χεις ιστορία
Μήπως το μέλλον γίνει απουσία;
Αυτή μονάχα έχω ως απορία.

Στο παραπέτο της πρόδηλης μοναξιάς
Τα σιάξανε πλαστικές φάτσες και δάκρυα
Ωσότου ένα βήμα κρίση λησμονιάς
Κι όσα στοχάζεσαι θα μοιάσουν μάταια

Στα σκαμπανεβάσματα προσκρούουν πλοία
Στο ηδυντικό μεθύσι θαλασσών κι ανέμων
Εκεί στο μπέρδεμα εποχών, χωρών – η απουσία
Σφηνώνει στην ψυχή σαν σάτυρος δαίμων.

Σ’ αυτές τις χώρες κοντά στο Τίποτα
Ψάχνει η λαλιά σιωπή κι σιγή φωνή
Μα όσα θα ‘ρθουν θνητών ανύποπτα
Ίσως τώρα είναι δυσοίωνη παραμον
ή…

H γοργόνα!

Στις άγκυρες μπλόφαρε γοργόνα τ’ Ατλαντικού
Μισή γκανιότα να ρουφήσει απ’ τ’ αφεντικό
Μαλλιά χρυσαφένιοι άσσοι, θα θαμπωθεί
Στη Καταπράσινη αυτή θέα θα λυτρωθεί.

Σκιαμαχεί με την γοργόνα στην τσόχα που χορεύει
Μα κερδίζει ρέντα από μια ματιά που μαγεύει
Κι ο χρόνος αρπάζει με γητειά το τελευταίο χαρτί
Και σουφρώνει με μανία απ’ το καράβι το σκαρί.

Σκαρλάτη εμφανίστηκες απόψε, τον αιχμαλώτισες
Τ’ υφάδια εσύ κινείς , με μια σβούρα τον εξιλέωσες
Η τελευταία σοδειά σήμερα στα μαύρα θα ριχτεί
Κι τύχη η ριμάδα σ’ αλλοτινά μέρη θ’ αλυχτ(α)εί.

Στο σαν Πάολο γυμνή κείτεσαι πάνω σε ρηγάδες
Και μετά στο Ρίο Ντε Τζεναέιρο σκάβεις φυγάδες
Εκεί δεν σε ξανά ‘δα βούτηξες στα παγωμένα
Χρόνο και τύχη με την γοητεία σου κερδισμένα.

R
Η τύχη και ο χρόνος έχουν βαφτεί στο κόκκινο
Κι αυτός είχε ποντάρει μαύρο να ‘ναι μόνιμο.

Η τύχη και ο χρόνος θέλουν κρασί κι ένα λιμάνι
Θέλουν λόγια τρυφερά κι όχι φιρμάνι.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Μείνε Μακριά

Απόψε το είδα καθαρά
Πως είχα αγαπήσει
Κάτι άλλο πιο βαθύ
Που πολύ θ’ αργήσει.

Απόψε το παραδέχτηκα
Πως δεν είχα ζήσει
Κι όσα πολύ θέλησα
Το δάκρυ έχει σβήσει.

Μείνε μακριά
Κι εγώ μόνη
Μια καρδιά
Απόψε ματώνει…

Μείνε μακριά
Απ’ τη ζωή μου
Όσο μένεις
Είσαι πληγή μου…

Απόψε είδα καθαρά
Όσα μου είχαν πει
Όσα δεν πήρα σοβαρά
Και φέρανε τη ρωγμή

Απόψε το τελειώνω
Ποτέ δεν είναι αργά
Τώρα δεν ματαιώνω
Και βλέπω καθαρά…

Είδωλο μου!

Μες τους αιώνες κείτεσαι
Σε πέτρινες σπηλιές
Σταλακτίτης σε γωνιές
Απ’ την γητειά σου κρύβεσαι.

Χορεύεις σ’ ένα μπάρκο στο Οράν
Με μια φλόγα που ζεσταίνει
Στο κατάρτι σ’ έχει δεμένη
Ο τσάρος ΄ αγαπημένος σου Ιβάν.

Τόσα ταξίδια μες το χρόνο
Σκαρώσαμε μαζί
Είδωλό μου εσύ
Ατόφια στης μνήμης το θρόνο

Στο Ακαπούλκο ένα βράδυ
Μες της Μανίλας την γαλέρα
Σου έπαιζα με την φλογέρα
Κι ένιωσα το πρώτο σου χάδι

Στο Πουέρτο σ’ ένα Bar
Ήπιαμε μια μποτίλια
Σε άγγιξα στα χείλια
Κι εσύ δίπλα μου, μια star.

Κι ο αγαπημένος σου Ιβάν
Ξεχασμένος στον Οράν.

Τόσα ταξίδια μες το χρόνο
Σκαρώσαμε μαζί
Είδωλό μου εσύ
Ατόφια στης μνήμης το θρόνο

Είδωλο μου εσύ…

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Ξέχασα...

Ξέχασα ν’ αλλάξω το νερό στην γυάλα
Ξέχασα και τον καφέ που έχει κρυώσει
Πάντα αναβολές και διαρκής φευγάλα
Ότι απέμεινε να έχει να πληγώσει

Πόσο ξεχάστηκα σ’ αυτό το μέρος
Πόσο ξεχάστηκα σ’ αυτή τη φυλακή
Σαν ξέμπαρκος άθλιος μαρνέρος
Μια ζωή στρατιώτης σε επιφυλακή.

Όλο αναβολές, γεμάτος αναστολές
Όλα τ’ άφηνα στην τύχη
Κι αύτη έχει αποτύχει.

Ξέχασα σουρωμένος το δρόμο για το σπίτι
Ξέχασα σ’ ένα μπαρ την μπέρτα απ’ τη Σκωτία
Θέριζα τους φόβους να καρπίσω θύτη
Και να τελέσω την μοναξιάς θητεία.

Πόσο ξεχάστηκα στην ερημιά του κόσμου
Όλο τα ίδια και δίπλα το κενό
Πόσο βάφτηκα στο μαύρο φώς μου
Την αποκήρυξη μου κάθε μέρα να γενώ.


copyright 2008 @ Μακρή Φωτεινή

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Ένα Τραγούδι Που Έχει Ξεχαστεί...


Ένας ψίθυρος στην νύχτα πίσω απο τοίχους
Μια μελαγχολία στα μάτια που χάμω κοιτούν
Κι εσύ ψυχή μου χρόνια ψάχνεις ρυθμούς
Που τάχα θα σε σώσουν ή απλά θα χαθούν.

Βρυχιέσαι τις νύχτες μέσα στην ομίχλη
Κι εγώ ψάχνω την μυρωδιά σου σε γωνιές
Κοίτα εδώ! πως έγινα με τ’ άψυχα φίλη
Κοίτα πως ζάρωσα στις απουσίας σου τις χρονιές.

Δεν είναι πως ψάχνω το παράλογο στο λογικό
Δεν είναι που λείπεις κι όλο βυθίζομαι
Είναι το τραγούδι μου που έχει ξεχαστεί
Σε μια αφιέρωση που κάθε βράδυ σου χαρίζομαι.

Είναι το τραγούδι μου που έχει ξεχαστεί
Σ’ ένα ρεφραίν που όταν γυρνάς τα πάντα αθετώ….

Πλάι με την μοναξιά, καλοκαίρι με παγωνιά
Ένα σκαρί που αψήφησε να γίνει αιχμάλωτο σου
Εσύ το πέταξες στα καταγάλανα νερά
Να μην το δουν διαβατάρικες ματιές
να μην χαθεί απ’ το νου σου….

Το τσιγάρο σου ακόμη στο τασάκι
Κι ας έχεις να φανείς απ’ το χειμώνα
Πόσα σημάδια στο κορμί μου σε εκλιπαρούν;
Που μείνανε κι αυτά σαν κι εμένα μόνα.


Δεν είναι πως ψάχνω το παράλογο στο λογικό
Δεν είναι που λείπεις κι όλο βυθίζομαι
Είναι το τραγούδι μου που έχει ξεχαστεί
Σε μια αφιέρωση που κάθε βράδυ σου χαρίζομαι.

Είναι το τραγούδι μου που έχει ξεχαστεί
Σ’ ένα ρεφραίν που όταν γυρνάς τα πάντα αθετώ….

Ο Καπετάνιος!


Πήρα αλμύρα απ’ τα χείλη και ξεκίνησα
Μ’ ένα καράβι όλη την Μεσόγειο
Και για το πριν σε κανέναν δεν μίλησα
Για το φτωχό, απεριποίητο υπόγειο.

Είχα όνειρα καπετάνιος κάποια μέρα /
Να γίνω – και να βλέπω γλάρους στ’ ανοιχτά.
Αν ζυγώνουν προς στεριά εκεί πέρα
Βροχή έρχεται να στείλω ένα γράμμα…

Σε νησάκια να μπαρκάρω κάθε μήνα
Και στης Σμύρνης το πιο όμορφο λιμάνι
Να αγναντεύω την λάγνα την Αθήνα
Και τα μάτια σου παλιά αγαπημένη…

Η θάλασσα ξεβγάζει τον καημό
Κι ένα παράπονο στα μάτια ταξιδιώτη

“Εσύ! Θαλασσαϊτέ που πήγες ως τ’ Αλγέρι
Άφησες πίσω σου της μάνας σου το χέρι.”

Έτρεξα να πιάσω μια ζωή να την κερδίσω
Χωρίς τα χέρια μου ν’ απλώσω για αρπαγή
Κι έφτασε η ώρα μονάχος για να ζήσω
Όταν και το τσιγάρο μου δεν άντεχε αλλαγή.

Ένα βράδυ κάτι μουσικοί αλγκάϊτα και δοξάρι
Να παίζουν- δίπλα φωτιές και χοροί
Στη μέση ένα νιόπαντρο όμορφο ζευγάρι
Χόρευε με τα λευκά που φορεί.

Σε νησάκια να μπαρκάρω κάθε μήνα
Και στης Σμύρνης το πιο όμορφο λιμάνι
Να αγναντεύω την λάγνα την Αθήνα
Και τα μάτια σου παλιά αγαπημένη…


Η θάλασσα ξεβγάζει τον καημό
Κι ένα παράπονο στα μάτια ταξιδιώτη

Κόκκινη Νύχτα



Η νύχτα βγάζει τα τακούνια
Και περπατάει
Τις κόκκινες γόβες της
Πλέον δεν φοράει

Τα βήματα της ανάλαφρα
Δεν ακούγονται
Τα χείλη της τα κόκκινα
Δεν ξεβάφονται.

Νύχτα που ζευγάρωσε με το κόκκινο
Φεγγάρια – μάτια ψεύτικο ρόδινο.

Νύχτα που ζευγάρωσε με την τρέλα
Κι ο ήλιος κλείδωσε την πόρτα για τη μέρα.

Η νύχτα πετάει το φόρεμα
Και γελάει
Την κόκκινη δαντέλα του
Την ξεφτάει.

Η γύμνια της σκοτάδι
Σε μεθάει
Το βλέμμα της αφοπλίζει
Και σε ξεχνάει.

Νύχτα που ζευγάρωσε με το κόκκινο
Φεγγάρια – μάτια ψεύτικο ρόδινο.

Νύχτα που ζευγάρωσε με την τρέλα
Κι ο ήλιος κλείδωσε την πόρτα για τη μέρα.

Η Καδμεία Μπαλαρίνα!

Το διάκι κράταγα με ένα χέρι
Το άλλο ήταν στα μαλλιά σου
Σαν του Αυγούστου το φεγγάρι
Έλαμπαν τα κοκκινόχρυσα σου.

Δυο όβολα σε κάθε σου παράσταση
«Κόρη του Κάδμου» οι αφίσες γράφανε
Κι ήταν τα μάτια σου ολόκληρη επανάσταση
Σε εποχή που άλλοι θάρρος ζητάγανε.

Απ’ τα πόδια σου διδάχτηκαν χορό
Σ’ ερωτεύτηκαν σε κάθε κίνηση σου
Μαγεία απ’ της φωνής σου το κοντράλτο
Με τίτλο γράφτηκε βιβλίο της ζωής σου:

“ Ο Θρύλος της Καδμείας μπαλαρίνας».
Εξιστορεί του χορού την απόλυτη μαγεία
Ταξίδια, χρήματα και εραστές χιλιάδες
Διάβασα τα’ όνομα μου, σε δυο σημεία.

Όταν κατέβαινε απ’ την άμαξα
Άφηνα και τα δυο μου χέρια
Για μια γυναίκα τη ζωή μου άλλαξα
Που η λάμψη της έφτιαξε τ’ αστέρια.

Σαν εξαρτημένος θαυμαστής στη σάλα
Καθόμουν από κάτω και χανόμουν
Ήξερα γεννήθηκε για πράγματα μεγάλα
Διόλου δε νοιάστηκα κι εδώ ερχόμουν.

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

Το πνεύμα!

Λυχνάρια φωτίζουν το νυχτέρι
Και καρυκεύω τα γραπτά
να γίνονται απτά ΄
με οίστρο ουρανό χωρίς αστέρι

Ουρανοβάτης δίχως φως
σε έρημο καλντερίμι
κι ας γίνομαι συντρίμμι
δεν θα με δεις… είμαι κρυφός.

Είμαι μια αύρα καλοκαιριού
Μια οσμή εξωτική
Μια αίσθηση δοτική
Και μια αιχμή μαχαιριού.

Αν θες να σε λεηλατήσω
Σώπαινε στην αγκαλιά μου
Δέξου τα φιλιά μου
Το ξέρω θ’ αμαρτήσω….

Μα εγώ έχω μάθει να ζω
Δίπλα στα λυχνάρια
Να τρέφω τα κυνάρια
Και την μέρα να αποχωρώ.

Δεν είναι ζωή αυτή για σένα
Μα σου ζητώ ένα βράδυ
Έλα! Χάρισε μου ένα χάδι
Μπορεί να λυτρωθώ από εσένα.

Και να γίνω όπως εσύ
Να κατοικώ μαζί σου
Να ζω απ’ την ζωή σου
Ένας θνητός ακόμη στη γη.

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Ήπια... νοθευμένα χρόνια
σε μπρούσκους καιρούς
κι έγινα άνεμος
σ' έρωτες φλογερούς...

Ήπια... δάκρυα πικρά
που σχίζανε την όψη
κι έγινα μια μέρα ένα πουλί
να δω από ψηλά της ζωής την όψη.

Ήπια τα φειδωλά σου φιλιά
Κι έφτιαξα μια γούρνα
Που ‘χε με το μέτρο μια σταλιά
Ίσα να κάνω στη δίψα μου μια σβούρα.

Ήπια… Ήπια
Της θάλασσας την λήθη
Ήπια φύκια
Και βρήκα στο νούφαρο τύχη.
Ήπια…

Στα βράχια ήπια τυφώνες
Και πολέμησα με καρχαρίες
Από ζέστη στους χειμώνες
Ταξίδεψα στου χρόνου τις αναρχίες.

Ήπια…
Μέχρι που μέθυσα…

Σκέψη & Λογική.

....Σε μια ατέλειωτη ευθεία, οδοιπόρος μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Κάτω από τόσο μελάνι ψάχνω να βρω βήματα στην βρεγμένη άμμο. Θεέ μου, τι φόντο έβαλες απόψε στο περίβλημα σου; Γιατί τ’ άστρα σου στερούνται λάμψης; Και μέσα σ’ όλα τ’ ατελείωτα, αναπάντητα, άστοχα γιατί… Πως κυνηγά το παρελθόν το μέλλον; Πως όλα έχουν τόση εξάρτηση; Σιωπή!
- Κούρνιασε μικρή μου, η σκέψη λανθάνει την λογική κι λογική σαλεύει. Κοίτα τα φύλλα! Πως το κίτρινο βγάζει μαύρο. Κοίτα τον ουρανό! Πως αλλάζει χρώμα… Δέξου τα όλα όπως είναι. Κι έτσι, έχουν την μαγεία τους.…
- Βλεφαρίζω κι απλώνονται θάλασσες. Οφθαλμαπάτη ή το ζω; Ανοιγοκλείνω τα χείλη… Ακούω μουσική. Παραίσθηση ή το ζω;
- Γέλα λίγο… Οι ώρες συνεχίζουν να κυλούν.

........

.....Ωσότου, έρθει το σκοτάδι, έπαιζα με της αναλγησίας τα παιχνίδια. Έκοβα νήματα και την αυγή έδενα κόμπους να σωθώ. Πόσες φορές, η Μάρω μου ‘χε πει…

- Σταμάτα να μπερδεύεσαι, στα κόκκινα, στα κίτρινα, στα μπλε… Σταμάτα τα θέλω και τα μη.
- Γέλια!
- Φοβάμαι τ’ αλλόκοτα τα γέλια σου. Φοβούμαι την τρελή σου σκέψη.

Κοιτώ απ’ το παράθυρο, δυο ανέμους να σεργιανάνε την πλατεία και ποντάρανε σ’ ένα στοίχημα για την μεγαλύτερη φουρτούνα. Έκλεινα τ’ αυτιά μου και σιγώ μουρμούριζα μια προσευχή. Κι αν δεις το πετσί μου πως ανατρίχιαζε, φόβο θα νιώσεις. Έσφιγγα τα μάτια με δύναμη να κλείσουν.

- Δεν θέλω ανέμους. Δεν θέλω φουρτούνες. Η θάλασσα γελοιογραφία. Γελοιογραφία.
Κι έπεσα στο πάτωμα. Κι από ‘δω δωροδοκώ το ρολόι στο ταβάνι.

Πως βρέχει έτσι; εκεί έξω. Ακόμη, οι αναστεναγμοί μου, δεν έμαθαν να κολυμπούν. Αντέχουν σάπια καράβια, σε μεγάλες τρικυμίες; Δεν θυμάμαι κανένα να επιπλέει. Ξέρεις πόσα χρόνια; περίπου σαράντα! Και που να φανταζόσουν, σαράντα χρόνια κουρασμένα πως γίνονται αιώνες. Τελικά ο χρόνος είναι μια παράξενη ιδέα. Τον θέτεις όπως θες. Αλλά εσύ, μην τον σκέφτεσαι. Δεν βλέπεις εμένα που μου έκλεψε το μυαλό;

... Μπερδεύομαι σε τόσα άχρηστα χρώματα. Όλα τρέφονται απο ένα χρώμα. Το μίσος, η αγάπη, ο έρωτας, ο χρόνος ακόμη κι εσύ. Γιατί νομίζεις ότι εσύ δεν ξέπεσες; Εγώ καν δεν σε βλέπω... Σε βούτηξα στο πιο μαύρο χρώμα... Εκεί που ο χρόνος δεν μου θυμίζει την ανάμνηση σου, δεν κυλά στο μέλλον σου...

Μετά από ένα μήνα, με βάλανε να μετράω τριαντάφυλλα. Σ' έναν κήπο περίπου ένα στρέμμα. Τ' αγκάθια φυτρώνανε στο νου μου κι ούρλιαζα όταν ξάπλωνα στο γρασίδι. Εκεί η βία του, έφτιαχνε γραμμές στο πρόσωπο μου. Κι όταν κλείνανε οι πληγές με έστελνε σ’ έναν καφενέ να σερβίρω ούζα. Οι γραμμές γίνανε ρυτίδες για να θυμίζουν αυτόν!
Το ρόδο έβγαζε απ’ τα σέπαλα αχνές ανάσες. Βαρυγκωμούσε. Θα ήτανε ενός μήνα ανθός κι αυτός ο αλήτης το ‘χε ξεκάνει. Ένας μήνας μπορεί και σαράντα έτη. Τι να πιστέψεις;
Αφού σ’ ένα μήνα χάθηκε κι Μάρω. Απρόβλεπτα! Μπορεί να ήτανε μήνας, χρόνος, αιώνας. Που ξέρεις μπορεί να ήτανε εφιάλτης. Να ήθελε να ταξιδέψει και σε κάποιο λιμάνι να κατέβει. Η γιαγιά μου -κρυφά την είχα ακούσει- όλα είναι ψέμα εδώ, σατίριζε. Πόσο ν’ απέχει άραγε το ψέμα με την αλήθεια; Και πόσο η ζωή με τον θάνατο; Χρόνος! Που πληγιάζει τα ερωτήματα και θολώνει την σκέψη. Δεν μπορεί ν’ αυτοκτονήσει
;
Η Μύρρα στον κήπο αφύσικα μυρίζει
Ποιόν Άδωνη πάλι θα γεννήσει;
Διαβρώνει η βροχή την πέτρα
Και την χρυσαφένια μου φαρέτρα.

Και χύνεται ο οπός στην κοπριά
Πιστοί εργάτες ιδρώνουν τα κορμιά
Δουλεύοντας να χτίσουν του αφέντη περιβόλι
να μην τρώει της καμινάδας την ασβόλη.

Τα τσιφλίκια τον προσμένουν πριν γεννηθεί
Κι εγώ φοιβόληπτη για ανθό που ‘χει μαραθεί
Γράφω στα χαρτιά μου, σχίζω τα κατάστιχα
Βαρέθηκα αριθμούς και νομίσματα παράσιτα.

Κι ο Άδωνης γίνεται το πρώτο θέμα
Στις εφημερίδες με άρθρα το ψέμα
Απ’ όλες τις πόλεις φτάσανε κοπέλες
Κι αυτός σαν ήρωας σήκωνε τις μπρετέλες.

Όλβιος ο Άδωνης πριν καλά – καλά δουλέψει
Με στρατιά δίπλα του που δε θα κιοτέψει
Κι έφτιαξε παλάτια, πήρε δυο γυναίκες
Η μια γκέισα κι άλλη απ’ τους Ακρίτες.

Την Πενθεσίλεια όμως είχε ερωτευτεί
Την σκότωσε ο Αχιλλέας πριν τη στεφθεί
Κι έτσι ο Άδωνης πνίγηκε στον Αμαζόνιο
Μ’ ένα τελευταίο γέλιο σαρδόνιο.

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Εσύ!


Εσύ βαστάς λαβή στα χέρια.
Κρατιέμαι!
Με τόσα λόγια ξόρκια
Γελιέμαι…

Εσύ που μου κρατάς το τιμόνι
Πάνω στις στροφές
Κι είναι ώρες αιχμής ΄
Εσύ με κρατάς στις κορφές
Της λύπης και της γιορτής.

Σε χαϊδεύω τις νύχτες
Απαλά, σαν μετάξι
Σε μυρώνω μ’ ορχιδέα
Και δεν θέλω να χαράξει.

Κι όσο απλώνεται η νύχτα
Τόσο φέγγουν τα μαλλιά σου
Και μια μουσική απαλή
Απ’ τους χτύπους της καρδιάς σου.

Κι νύχτα αποκοιμήθηκε
Μ’ αυτό το χάδι…

Λαζούρια γεμάτη η ανατολή

υπόσχεται φως'

ο χειμώνας διπρόσωπος

το καψικό παγώνει τα βλαστάρια.


Μα εδώ σε τούτο το ερημονήσι

θαυμάζουν τα σκοτάδια

και σκάβουν υπόγεια σκαλιά

να βρούν στοργή.


Ενυφαίνουν τη ζωή με την ζούγκλα

μα που 'ναι τα δάση;

που 'ναι τα ποτάμια;

κι εκείνες οι μαϊμούδες με τις μπανάνες;


Ονάγρες φύτρωσαν

στου μυαλού τις παροικίες

υπεκφυγές στοχάζεσαι

να μην μελωδήσεις τα άσματα μας.


Απόκαμες μου φαίνεται

και γίνηκες δανδής

με γραβάτες και λουστρίνια

για ιδανικά μου λες.


Τώρα δεν θέλω

ούτε εσένα ούτε αυτή.

Μου φτάνει το τίποτα

να συμμαχώ...




Πόσο μου λείπεις!


Ακροβατώντας με την χροιά της φωνής σου
Διασκελίζοντας
Τις παρυφές του κορμιού σου

Πάνω στον ιδρώτα σου είμαι η βροχή
Και στον έρωτα σου
Μια φλόγα πορφυρή.

Πόσο μου λείπεις
Που φτιάχνω φιγούρες χορού
Πάνω σ’ ένα κορμί που δεν είναι εδώ…

Πόσο μου λείπεις
Σε αισθάνομαι ακόμη εδώ
Και σ’ αγαπώ

Εδώ
Που εσύ ξέχασες
Τα όνειρα
Τις θυσίες
Κι έχεις αιτίες
Είδωλα
Που εγώ μισώ.

Στην στεριά των ματιών σου
Γίνομαι όμηρος
Των ατίθασων φιλιών σου

Σαν εχθές φτιάχναμε νησιά
Και τώρα θες
Χωριστά και μεγαλώνει η ερημιά.

Οι Τριακόσιοι

Ήτανε τριακόσιοι!
Άνθη πολλά κι λεμονιά ξεραμένη
Μα καλά!
Πως μου φάνηκε βαμμένη;

Ο δρόμος έφυγε απ’ την ευθεία
Και απέφυγε
Να δώσει κάποια οδηγία.

Το πράσινο βλέμμα χαμένο στο τοίχο
Κι ένα βάσιμο
Ψέμα ενσαρκώνει κάποιο μύθο.

Που είμαι;
Κι εσύ ποιος είσαι που κάθεσαι εκεί;
Αν είσαι αυτός
Που ονειρεύομαι να μείνεις εκεί.

Ποια είμαι;
Αν είμαι μια σκιά στον καθρέφτη
Ή μια ιτιά
Στην λίμνη ενός υγρού δραπέτη…
Θα μου εξηγήσεις από πού είμαι;

Τι με έφερε εδώ χωρίς να καταλάβω;
Και τι οδηγώ;
Να ξέρω που θα παύω.

Μια φωτιά που όλο καίει
Μια νοτιά
Ανέμους στο κορμί μου ρέει…

Κι εγώ σπαταλιέμαι σε ψίχουλα
Και γελιέμαι
Σ’ του έρωτα τα ροζ πούπουλα.

Ποια είμαι;
Και τόσο φοβάμαι;

Και τελικά οι τριακόσιοι που πήγαν;

Βουβά βαστώ το κρασί της μοναξιάς






Στον απόηχο των αμαρτωλών σου εκφάνσεων
Βουβά βαστώ το κρασί της μοναξιάς
Και σιωπώ…
Αν δραπετεύσω σήμερα, θα εγκλωβιστώ!
Αν λυγίσω, θα χαθώ.
Και θα με θυμίζει μια ελαιογραφία…
Που βουβά θα βαστώ το κρασί της μοναξιάς…