Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Σκέψη & Λογική.

....Σε μια ατέλειωτη ευθεία, οδοιπόρος μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Κάτω από τόσο μελάνι ψάχνω να βρω βήματα στην βρεγμένη άμμο. Θεέ μου, τι φόντο έβαλες απόψε στο περίβλημα σου; Γιατί τ’ άστρα σου στερούνται λάμψης; Και μέσα σ’ όλα τ’ ατελείωτα, αναπάντητα, άστοχα γιατί… Πως κυνηγά το παρελθόν το μέλλον; Πως όλα έχουν τόση εξάρτηση; Σιωπή!
- Κούρνιασε μικρή μου, η σκέψη λανθάνει την λογική κι λογική σαλεύει. Κοίτα τα φύλλα! Πως το κίτρινο βγάζει μαύρο. Κοίτα τον ουρανό! Πως αλλάζει χρώμα… Δέξου τα όλα όπως είναι. Κι έτσι, έχουν την μαγεία τους.…
- Βλεφαρίζω κι απλώνονται θάλασσες. Οφθαλμαπάτη ή το ζω; Ανοιγοκλείνω τα χείλη… Ακούω μουσική. Παραίσθηση ή το ζω;
- Γέλα λίγο… Οι ώρες συνεχίζουν να κυλούν.

........

.....Ωσότου, έρθει το σκοτάδι, έπαιζα με της αναλγησίας τα παιχνίδια. Έκοβα νήματα και την αυγή έδενα κόμπους να σωθώ. Πόσες φορές, η Μάρω μου ‘χε πει…

- Σταμάτα να μπερδεύεσαι, στα κόκκινα, στα κίτρινα, στα μπλε… Σταμάτα τα θέλω και τα μη.
- Γέλια!
- Φοβάμαι τ’ αλλόκοτα τα γέλια σου. Φοβούμαι την τρελή σου σκέψη.

Κοιτώ απ’ το παράθυρο, δυο ανέμους να σεργιανάνε την πλατεία και ποντάρανε σ’ ένα στοίχημα για την μεγαλύτερη φουρτούνα. Έκλεινα τ’ αυτιά μου και σιγώ μουρμούριζα μια προσευχή. Κι αν δεις το πετσί μου πως ανατρίχιαζε, φόβο θα νιώσεις. Έσφιγγα τα μάτια με δύναμη να κλείσουν.

- Δεν θέλω ανέμους. Δεν θέλω φουρτούνες. Η θάλασσα γελοιογραφία. Γελοιογραφία.
Κι έπεσα στο πάτωμα. Κι από ‘δω δωροδοκώ το ρολόι στο ταβάνι.

Πως βρέχει έτσι; εκεί έξω. Ακόμη, οι αναστεναγμοί μου, δεν έμαθαν να κολυμπούν. Αντέχουν σάπια καράβια, σε μεγάλες τρικυμίες; Δεν θυμάμαι κανένα να επιπλέει. Ξέρεις πόσα χρόνια; περίπου σαράντα! Και που να φανταζόσουν, σαράντα χρόνια κουρασμένα πως γίνονται αιώνες. Τελικά ο χρόνος είναι μια παράξενη ιδέα. Τον θέτεις όπως θες. Αλλά εσύ, μην τον σκέφτεσαι. Δεν βλέπεις εμένα που μου έκλεψε το μυαλό;

... Μπερδεύομαι σε τόσα άχρηστα χρώματα. Όλα τρέφονται απο ένα χρώμα. Το μίσος, η αγάπη, ο έρωτας, ο χρόνος ακόμη κι εσύ. Γιατί νομίζεις ότι εσύ δεν ξέπεσες; Εγώ καν δεν σε βλέπω... Σε βούτηξα στο πιο μαύρο χρώμα... Εκεί που ο χρόνος δεν μου θυμίζει την ανάμνηση σου, δεν κυλά στο μέλλον σου...

Μετά από ένα μήνα, με βάλανε να μετράω τριαντάφυλλα. Σ' έναν κήπο περίπου ένα στρέμμα. Τ' αγκάθια φυτρώνανε στο νου μου κι ούρλιαζα όταν ξάπλωνα στο γρασίδι. Εκεί η βία του, έφτιαχνε γραμμές στο πρόσωπο μου. Κι όταν κλείνανε οι πληγές με έστελνε σ’ έναν καφενέ να σερβίρω ούζα. Οι γραμμές γίνανε ρυτίδες για να θυμίζουν αυτόν!
Το ρόδο έβγαζε απ’ τα σέπαλα αχνές ανάσες. Βαρυγκωμούσε. Θα ήτανε ενός μήνα ανθός κι αυτός ο αλήτης το ‘χε ξεκάνει. Ένας μήνας μπορεί και σαράντα έτη. Τι να πιστέψεις;
Αφού σ’ ένα μήνα χάθηκε κι Μάρω. Απρόβλεπτα! Μπορεί να ήτανε μήνας, χρόνος, αιώνας. Που ξέρεις μπορεί να ήτανε εφιάλτης. Να ήθελε να ταξιδέψει και σε κάποιο λιμάνι να κατέβει. Η γιαγιά μου -κρυφά την είχα ακούσει- όλα είναι ψέμα εδώ, σατίριζε. Πόσο ν’ απέχει άραγε το ψέμα με την αλήθεια; Και πόσο η ζωή με τον θάνατο; Χρόνος! Που πληγιάζει τα ερωτήματα και θολώνει την σκέψη. Δεν μπορεί ν’ αυτοκτονήσει
;
Η Μύρρα στον κήπο αφύσικα μυρίζει
Ποιόν Άδωνη πάλι θα γεννήσει;
Διαβρώνει η βροχή την πέτρα
Και την χρυσαφένια μου φαρέτρα.

Και χύνεται ο οπός στην κοπριά
Πιστοί εργάτες ιδρώνουν τα κορμιά
Δουλεύοντας να χτίσουν του αφέντη περιβόλι
να μην τρώει της καμινάδας την ασβόλη.

Τα τσιφλίκια τον προσμένουν πριν γεννηθεί
Κι εγώ φοιβόληπτη για ανθό που ‘χει μαραθεί
Γράφω στα χαρτιά μου, σχίζω τα κατάστιχα
Βαρέθηκα αριθμούς και νομίσματα παράσιτα.

Κι ο Άδωνης γίνεται το πρώτο θέμα
Στις εφημερίδες με άρθρα το ψέμα
Απ’ όλες τις πόλεις φτάσανε κοπέλες
Κι αυτός σαν ήρωας σήκωνε τις μπρετέλες.

Όλβιος ο Άδωνης πριν καλά – καλά δουλέψει
Με στρατιά δίπλα του που δε θα κιοτέψει
Κι έφτιαξε παλάτια, πήρε δυο γυναίκες
Η μια γκέισα κι άλλη απ’ τους Ακρίτες.

Την Πενθεσίλεια όμως είχε ερωτευτεί
Την σκότωσε ο Αχιλλέας πριν τη στεφθεί
Κι έτσι ο Άδωνης πνίγηκε στον Αμαζόνιο
Μ’ ένα τελευταίο γέλιο σαρδόνιο.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Εσύ!


Εσύ βαστάς λαβή στα χέρια.
Κρατιέμαι!
Με τόσα λόγια ξόρκια
Γελιέμαι…

Εσύ που μου κρατάς το τιμόνι
Πάνω στις στροφές
Κι είναι ώρες αιχμής ΄
Εσύ με κρατάς στις κορφές
Της λύπης και της γιορτής.

Σε χαϊδεύω τις νύχτες
Απαλά, σαν μετάξι
Σε μυρώνω μ’ ορχιδέα
Και δεν θέλω να χαράξει.

Κι όσο απλώνεται η νύχτα
Τόσο φέγγουν τα μαλλιά σου
Και μια μουσική απαλή
Απ’ τους χτύπους της καρδιάς σου.

Κι νύχτα αποκοιμήθηκε
Μ’ αυτό το χάδι…