Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Μια χαριτωμένη Συνοδός



Στα ενάλια βάθη, οι Σημίτες, κρύβουν το ατζάλι
Κι εσύ χαμένη, του κόσμου συνοδός
Μες την Πόλη, ενζενί οπαδός.

Τα πτιλώδη χείλη σου αβίγλιστα
Ροζέ απ’ του Αιγαίου την αλμύρα
σαν ραζακί κρασί που μ’ ασκέρι ήπια.

Μια χαριτωμένη συνοδό ερωτεύτηκα
Με τα όνειρα της εγώ δεσμεύτηκα
Σαν η ουσία να φεύγει απ’ το αλάτι
Σαν η αλήθεια να γίνεται απάτη.

Τον ταρτούφο του Μολιέρου διαβάζεις
Στην κάμαρα σου, με το λιγοστό φως.
Και σε Ιησουίτες μοιάζεις Θεός.

Μια Άνοιξη το τέθριππο ξεκίνησε
Φορούσες ένα καπέλο με βούλες και δαντέλλα
Απά στο μιντέρι ανέμιζες λευκή κορδέλα.

Σα να Φθινοπώριασε μου φαίνεται η λιακάδα.
Ο χρόνος είναι στα χαρτιά κι εγώ τα σκίζω,
Στο χθες κάθε μέρα να γυρίζω.

Δεν σιωπά η μνήμη της άγριας ζωής



Μια αρμαθιά χρόνια σήκωσα στην πλάτη
Ξενυχτισμένα σαν νυχτερίδες στη σπηλιά.
Μέστωσε η σκέψη μέσα σ’ ένα βράδυ
Κι έχει ανάγκη ν’ αποκρύψει τα παλιά.

Εδώ τραχώνι ειν’ η ρότα, σαν βράχος σκληρός
Που τον κατέχει η σιωπή κι λύσσα.
Έτσι βαστά ο νους βύθια αλμυρός
Κι εβένινη εικόνα μ’ απόχρωσις πίσσα.

Δεν σιωπά η μνήμη της άγριας ζωής
Ούτε το δείλι του λύκου η βοή
Όσο κρατά το φύσημα της πνοής
Κι όσο κρατά των δακρύων η ροή.
Δεν θα σιωπά η μνήμη της άγριας ζωής.


Απέτυχες κυρ – δάσκαλε με φιλοσοφίες
Ειν’ εκείνοι επαναστάτες με φλάμπουρα.
Της θαλάσσης καπανταήδες, με ιδεολογίες
που παν αργά σαν τον κάβουρα.

Και τα βυσσινιά ενθυμούμαι, τούτη τη κάδη
Εις το βασίλεμα του Τρυγητή τρέχαν τα κοπέλια
Να τα φιλέψει ο τσιφλικάς για να εμάθει
Πως του χωριού μαζεύτηκαν όλα τα αμπέλια.

Ενθυμούμαι και της γυναίκας μου τα μάτια
Στο κατόπι μ’ έχουνε χρόνια τώρα
Κι αν εκείνον τον Ιούλη γίνανε δυο κάτια
Η λάμψη τους, αλάργα της ψυχής τη μπόρα.

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Της Σελήνης Τα Νεφελώματα!

Φιγούρα αρχαία λυγιέσαι, μονοσάνδαλη απά στα σεντόνια
Την άρμη σου δεν πρόφτασα, την γεύτηκαν τ’ αηδόνια.
Μόνο αεράκι της αυγής έμεινε , μόνο νερό στους βράχους
Κάτι γλυκά προσκυνητάρια σε ξεχασμένους σάκους.

Μες τα σπήλαια της Κύθνου σαν την Αφροδίτη
Με κύκνους, μαργαριτάρια κι έναν αποσπερίτη,
Συντάσσεις την ζωή σου με τόνο διαμαρτυρίας
Και στην αγάπη αποσιωπητικά αδιαφορίας.

Στις ρούγες της νήσου φυτρώνουν ροσμαρί
Και στα ξέμπλεκα μαλλιά σου φιόγκοι πορφυροί.
Αν είν’ η άνοιξη στο τέρμα, θα χαθεί η εικόνα
Κι αν ο έρωτας είν’ αέρι να του κάμω μια κρυψώνα.

Για τελευταία φορά, λικνίσου απά στα νεφελώματα
Ενθάδε κείται η νυχτιά στης μοναξιάς τα πατώματα.
Κι αν είν’ χίμαιρα το κολύμπι σου, νυμφαία
Στα δάκρυα μου συ βυθός και στην καρδιά ρομφαία.

Διαβατάρικα ονειρέματα της τρίτης εφηβείας
Των ερώτων μου μπάρκα, του «εγώ» απορίες.
Με ταξιδέψατε στης λησμονιάς τον πηγεμό
Με οδηγό της ανασφάλειας τον μάταιο ξοδεμό.

Σ’ έναν επίλογο, ο Νοβάλις, στέρησε απ’ το τέλος
Ένα φιλί που φύλαγα σε κούνια σα να ‘ναι βρέφος.
Κι οτι μου τάζανε γίνανε θάλασσα να πνιγώ
Σε νηνεμία και στο λιόφωτο να εκραγώ.