Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009


Λαζούρια γεμάτη η ανατολή

υπόσχεται φως'

ο χειμώνας διπρόσωπος

το καψικό παγώνει τα βλαστάρια.


Μα εδώ σε τούτο το ερημονήσι

θαυμάζουν τα σκοτάδια

και σκάβουν υπόγεια σκαλιά

να βρούν στοργή.


Ενυφαίνουν τη ζωή με την ζούγκλα

μα που 'ναι τα δάση;

που 'ναι τα ποτάμια;

κι εκείνες οι μαϊμούδες με τις μπανάνες;


Ονάγρες φύτρωσαν

στου μυαλού τις παροικίες

υπεκφυγές στοχάζεσαι

να μην μελωδήσεις τα άσματα μας.


Απόκαμες μου φαίνεται

και γίνηκες δανδής

με γραβάτες και λουστρίνια

για ιδανικά μου λες.


Τώρα δεν θέλω

ούτε εσένα ούτε αυτή.

Μου φτάνει το τίποτα

να συμμαχώ...




Πόσο μου λείπεις!


Ακροβατώντας με την χροιά της φωνής σου
Διασκελίζοντας
Τις παρυφές του κορμιού σου

Πάνω στον ιδρώτα σου είμαι η βροχή
Και στον έρωτα σου
Μια φλόγα πορφυρή.

Πόσο μου λείπεις
Που φτιάχνω φιγούρες χορού
Πάνω σ’ ένα κορμί που δεν είναι εδώ…

Πόσο μου λείπεις
Σε αισθάνομαι ακόμη εδώ
Και σ’ αγαπώ

Εδώ
Που εσύ ξέχασες
Τα όνειρα
Τις θυσίες
Κι έχεις αιτίες
Είδωλα
Που εγώ μισώ.

Στην στεριά των ματιών σου
Γίνομαι όμηρος
Των ατίθασων φιλιών σου

Σαν εχθές φτιάχναμε νησιά
Και τώρα θες
Χωριστά και μεγαλώνει η ερημιά.

Οι Τριακόσιοι

Ήτανε τριακόσιοι!
Άνθη πολλά κι λεμονιά ξεραμένη
Μα καλά!
Πως μου φάνηκε βαμμένη;

Ο δρόμος έφυγε απ’ την ευθεία
Και απέφυγε
Να δώσει κάποια οδηγία.

Το πράσινο βλέμμα χαμένο στο τοίχο
Κι ένα βάσιμο
Ψέμα ενσαρκώνει κάποιο μύθο.

Που είμαι;
Κι εσύ ποιος είσαι που κάθεσαι εκεί;
Αν είσαι αυτός
Που ονειρεύομαι να μείνεις εκεί.

Ποια είμαι;
Αν είμαι μια σκιά στον καθρέφτη
Ή μια ιτιά
Στην λίμνη ενός υγρού δραπέτη…
Θα μου εξηγήσεις από πού είμαι;

Τι με έφερε εδώ χωρίς να καταλάβω;
Και τι οδηγώ;
Να ξέρω που θα παύω.

Μια φωτιά που όλο καίει
Μια νοτιά
Ανέμους στο κορμί μου ρέει…

Κι εγώ σπαταλιέμαι σε ψίχουλα
Και γελιέμαι
Σ’ του έρωτα τα ροζ πούπουλα.

Ποια είμαι;
Και τόσο φοβάμαι;

Και τελικά οι τριακόσιοι που πήγαν;