Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

ΜΕΡΟΣ Β'

Αγρυπνούσα τις νύχτες ν’ ακούσω - το παραμιλητό σου
Λέξεις άτονες, που δεν γράφτηκαν σε θρανία και ουδείς
Εύσπλαχνος, συνταξιδιώτης, δεν σίμωσε στ’ άκουσμα σου
Ουδείς σαν αρμάτωνες, σαν τ’ ανέμου τη μανία, τα παιδιά.

Ο Μπάρμπα Γιώργης ήτανε μέθυσος, σκληρός πολεμάρχης
Που έστηνε ζεύκι στους ξένους και τ’ ασκέρι του πεινούσε .
Αγνάντιο του Κριεζώτη το δάσος, ηχηρός διέταζε
Τον καλούσε με αίνους, για κρασί και σε μάχες τον παρακινούσε.

Ουχ ήττον, ο τσιφλικάς, έκαμε το καθήκον του, έκτοτε
Π’ ανέλαβε να σώσει τούτο το χωριό, φρουρός ακοίμητος.
«Ωσάν κυπαρισσάκι στο λόφο αγρικάς, των κατοίκων
Να τους σώσεις από κακό μεμέτηδων, σαν απολέμητος».

Οι αντάρτες, σίμωναν, σαν τους έπαιρνε μοσχοβολιά
Απ’ το ψωμί – σιγά το στάρι που ‘χε, ίσα με δυο ρίζες
–για το ζυμάρι - να καρδάμωναν, να φάει κι φαμελιά
κι αν απομείνει ‘κανα ψίχουλο θα σκεπαστεί με πλερέζες.

Ως το επόμενο ζακόνι, που ο γέρος, θα σφάξει ζωντανό -
Αλλά είκοσι νοματαίοι που να χορτάσουν, μια οκά
–Κι αν μιλούσανε, θα τους έπαιρνε στην πιλάλα, ωσάν καβδιανό
Να ματώνει στο ξύλο, μα τούτος τα παιδιά του – ζοχαδιακά.

Σούρουπα, πήδαγε το μάνταλο, με κλεφτόπουλα εόρταζε
δυο οκάδες κρασί του τσιφλικά επίνανε στην καθισιά
και μ’ ένα τσέμπαλο και με φωνή, αντάρτικα λόγια έσταζε
ως την αυγή πριν ξυπνήσει, να ‘ναι στα κτήματα στην εκκλησιά.

Τα γόνατα παγωμένα μαβιά, μες τα νερά κυλιόντουσαν
Να βγάλουνε καρπό, να φτιάξουνε καμιά μπομπότα
Και της έλεγε, η φτωχιά μάνα της: “παιδάκι μου πονίδια
"Θα ‘ρθουνε" κι αυτή έζευε τ’ άλογα, μ’ ούτε ιδρώτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.